– Κοσμάς Πολίτης –

Μάρκο Πόλο

Πρωτότυπη εργασία πάνω στα ταξίδια του
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1



«Αυτοκράτορες και βασιλιάδες, δούκες και μαρκήσιοι, κόμητες, ιππότες και απλοί πολίτες, και όλοι όσοι επιθυμείτε να μάθετε για τις διάφορες ανθρώπινες φυλές και για τα παρά­ξενα στις διάφορες περιοχές του κόσμου, πάρε­τε αυτό το βιβλίο και βάλετε να σας το διαβά­σουν… Γιατί πρέπει να ξέρετε πως από τότε που ο Κύριος ο Θεός ημών έπλασε με τα ίδια Του τα χέρια τον προπάτορά μας Αδάμ, ως σή­μερα, κανένας άνθρωπος, Χριστιανός ή ειδω­λολάτρης, Τάρταρος ή Ινδός, ή οποιασδήποτε φυλής, δε γνώρισε ή εξερεύνησε τόσα πολλά α­πό τα διάφορα μέρη του κόσμου και τα μεγά­λα θαύματα του, όσο ο Μεσέρ Μάρκο Πόλο».

Έτσι αρχίζει τον πρόλογο του Βιβλίου του ο Μάρκο Πόλο – ή μάλλον, ο Μεσέρ Ρουστικέλλο, γιατί το ύφος του είναι γνωστό από τις «ρομάντσες» που έχει γράψει. Θυμίζει λιγάκι πανηγυριώτικη παράγκα. («Εδώ, κύριοι, το περίεργο τέρας…») αλλά ευτυχώς το παρατάει σε λίγο, και μάλιστα παίρνει ένα ύφος λιτό, σχεδόν α­πλοϊκό. Μ’ αρέσει και το «βάλετε να σας το δια­βάσουν», που δείχνει τη στάθμη του αναλφαβητισμού εκείνης της εποχής σε όλες τις τάξεις.

Λοιπόν, οι δυο αδελφοί Πόλο, ο Μεσέρ Νι­κολό κι ο Μεσέρ Μαφφέο, ξεκίνησαν το 1260 α­πό τη Βενετία για την Κωνσταντινούπολη (που την κατείχαν τότε οι Φράγκοι) για εμπορικές τους εργασίες. Ο Νικολό άφησε στη Βενετία τη γυναίκα του και τον εξάχρονο γιο του Μάρκο.

Οι Πόλο είχαν εμπορικό πρακτορείο και στο Σουντάκ της Κριμαίας (που όπως είπαμε απο­τελούσε μέρος της Μογγολικής Αυτοκρατο­ρίας). Αποφάσισαν να παν κι εκεί για τις δου­λειές τους και πραγματοποίησαν το ταξίδι τους με καράβι, μέσω της Μαύρης Θάλασσας. Το ε­μπόρευμα που πήραν μαζί τους ήταν διαμαντι­κά, φαίνεται όμως πως δε βρήκαν καλή «πιά­τσα» στο Σουντάκ, κι έτσι τράβηξαν ανατολικά κι έφτασαν στο Σαράι, κοντά στις εκβολές του Βόλγα στην Κασπία Θάλασσα. Το Σαράι ήταν έδρα του Μπάρκα Χαν, του Μογγόλου αντιβασιλέα της Νότιας Ρωσίας. Εδώ πούλησαν τα διαμαντικά με κέρδος 100%, αγόρασαν άλλο ε­μπόρευμα, που κι αυτό το μοσχοπούλησαν σε διάφορα μέρη.

Θέλησαν τότε να γυρίσουν πίσω από τον ίδιο δρόμο, αλλά στο μεταξύ η εσωτερική Μογγολική ειρήνη είχε διαταραχτεί από αντιζηλίες με­ταξύ του Μπάρκα Χαν και του Μογγόλου αντιβασιλέα της Ανατολής, του Χουλάγκου Χαν. Γί­νονταν μάχες προς εκείνη την κατεύθυνση, κι έ­τσι οι Πόλο προτίμησαν να συνεχίσουν το δρό­μο τους ανατολικά, μια και δε μπορούσαν να γυρίσουν στην Κωνσταντινούπολη. Πέρασαν το Βόλγα, διασχίσανε τη στέπα, που την κατοικού­σαν Μογγόλοι, σε τσαντίρια, κι έφτασαν στη Μπουχάρα, πρωτεύουσα του Μπαράκ Χαν, Μογγόλου αντιβασιλέα της Περσίας. Ήταν μια «μεγάλη και ωραία πόλη» και όπως δεν μπο­ρούσαν να παν ούτε μπρος ούτε πίσω, έμειναν εδώ τρία χρόνια.

Τότε, κάποια μέρα του 1265, έφτασε στη Μπουχάρα ένας απεσταλμένος που Χουλάγκου προς τον επικυρίαρχό του Χαχάνο Κουμπλάι, που έδρευε, όπως έχομε πει, στο Χαν Μπαλίκ, δηλαδή στο Πεκίνο. Γνωρίστηκε με τους Πόλο, και σαν έμαθε πως είναι έμποροι, τους πρότει­νε να τους πάρει μαζί του στο Πεκίνο.

– Αφεντάδες μου, τους είπε, αν μ’ εμπιστεύεστε, σας προσφέρω μια ευκαιρία να κερδίσετε πολλά χρήματα και ν’ αποχτήσετε μεγάλες τιμές. 0 Χαχάνος των Μογγόλων συμπαθάει πολύ τους Φράγκους και θα χαρεί πολύ να σας δει. Θα τα­ξιδέψετε μαζί μου με απόλυτη ασφάλεια.

Οι Πόλο άλλο που δεν ήθελαν. Αν ο Χαχάνος τους δεχότανε τόσο καλά όπως έλεγε ο απε­σταλμένος, θα γίνονταν πάμπλουτοι – αυτή θάταν η σκέψη τους. Ξεκίνησαν μαζί του, και ύστερ’ από ένα χρόνο ταξίδι έφτασαν στο Πεκίνο.

Το μόνο που μας λέει ο Μάρκο Πόλο για την εκεί διαμονή του πατέρα του και του θείου του, είναι πως ο Κουμπλάι τους δέχτηκε πολύ καλά και πως τους έκανε διάφορες ερωτήσεις για τους βασιλιάδες και τους ηγεμόνες της Ευρώ­πης, για τον Πάπα, για τα δόγματα της Εκκλη­σίας της Ρώμης και για τα έθιμα των Φράγκων. Οι δυο Πόλο του απάντησαν για όλα, με νου και γνώση, και σε μογγολική γλώσσα: την είχαν μάθει, φαίνεται, τόσα χρόνια που είχαν μείνει ανάμεσα σε Μογγόλους.

Σαν ήρθε ο καιρός να φύγουν -ύστερ’ από έ­να χρόνο- ο αυτοκράτορας Κουμπλάι τους έδω­σε γράμματα για τον Πάπα «σε τουρκική γλώσ­σα», και τους διόρισε απεσταλμένους του. Ζη­τούσε από τον Πάπα να του στείλει εκατό ιερείς, καλά καταρτισμένους στη χριστιανική θρησκεία και ξεσκολισμένους στις επτά (μαγικές;) τέχνες, που νάναι ικανοί να συζητήσουν και ν’ αποδεί­ξουν στους βουδιστές (ο Πόλο αποκαλεί πάντα τους βουδιστές «ειδωλολάτρες») και στους οπα­δούς κάθε άλλης θρησκείας, πως η θρησκεία τους είναι μια πλάνη και τα είδωλα τους «πράγματα του διαβόλου», και πως η χριστιανική θρησκεία είναι καλύτερη απ τη δική τους. Επίσης ζήτησε από τους δυο αδελφούς να του φέρουν λάδι από το καντήλι που ανάβει πάνω από τον Άγιο Τά­φο. Θα μιλήσουμε παρακάτω για τις θρησκευτι­κές αντιλήψεις του Κουμπλάι. Πάντως, είναι βέ­βαιο πως η μητέρα του ήταν χριστιανή, από κά­ποια ασιατική φυλή – γιατί, όπως θα δούμε, ο Χριστιανισμός, με τη Νεστοριανή μορφή του, εί­χε διαδοθεί ως τα πέρατα της Ασίας.

Τους έδωσε ακόμα και μια χρυσή πλάκα, που έγραφε πάνω να τους παρέχεται από τις τοπικές αρχές κάθε ευκολία για το ταξίδι τους: κατοικία, προμήθειες, άλογα, συνοδεία και κά­θε τι άλλο που χρειάζονταν. Ήταν, πραγματικά, ένα χρυσό διαβατήριο. Καβαλίκεψαν λοιπόν τ άλογα τους και ξεκίνησαν για την επιστροφή.

Ταλαιπωρήθηκαν πολύ στο ταξίδι τους από τις κακοκαιρίες, τα χιόνια, και τα φουσκωμένα ποτάμια. Έβαλαν τρία χρόνια για να φτάσουν στην πόλη Άκρα της Παλαιστίνης, που την κατείχαν ακόμα οι Σταυροφόροι. Εκεί έμαθαν πως ο Πάπας, ο Κλήμης 4ος, είχε πεθάνει. Αποτάθηκαν τότε στον Παπικό Λεγάτο Θεοβάλδο, του εξιστόρησαν από πού έρχονταν και την εντολή που τους είχε δώσει ο Χαχάνος των Μογγόλων. Ο Θεοβάλδος έμεινε κατάπληκτος και το θεώρησε μεγάλη τιμή για τη Χριστιανο­σύνη, αλλά προς το παρόν δε γινόταν τίποτα:

– Κύριοι μου, βλέπετε πως ο Πάπας πέθα­νε. Το φρονιμότερο που έχετε να κάνετε είναι να περιμένετε ώσπου να εκλεγεί νέος Πάπας. Και τότε θα εκπληρώσετε την αποστολή σας.

Οι δυο αδελφοί του δήλωσαν πως θα γύριζαν στη Βενετία να δουν τις οικογένειες τους, και θα περίμεναν εκεί την εκλογή του νέου Πάπα. Πήγαν λοιπόν με καράβι στην Εύβοια, και από εκεί, με άλλο καράβι στη Βενετία. Η φραγκοκρατούμενη Εύβοια (Νεγροπόντε) ήταν την εποχή εκείνη το ενδιάμεσο λιμάνι μεταξύ Ανα­τολής και Δύσης.

Στη Βενετία, ο Μεσέρ Νικολό βρήκε τη γυ­ναίκα του πεθαμένη και το γιο του Μάρκο ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι.
~~~~~~

Οι Πόλο περίμεναν δυο χρόνια στη Βενετία κι α­κόμα να εκλεγεί ο νέος Πάπας, γιατί διχογνωμούσαν στο Βατικανό. Σκέφτηκαν πως θ’ αργού­σαν να ξαναγυρίσουν στον αυτοκράτορα Κουμπλάι, κι έτσι, το 1271, αποφάσισαν να ξεκινή­σουν, παίρνοντας μαζί τους και το νεαρό Μάρκο. Πήγαν ολόισια στην Άκρα, κι αφού συνεννο­ήθηκαν με τον Λεγάτο ανέβηκαν στην Ιερουσα­λήμ και αγόρασαν από τον Άγιο Τάφο το λάδι που τους είχε ζητήσει ο Χαχάνος. Ύστερα ξα­ναγύρισαν στην Ιερουσαλήμ και είπαν στον Λε­γάτο Θεοβάλδο:

– Σεβασμιότατε, αφού δεν υπάρχει Πάπας θα ξαναγυρίσουμε στον Χαχάνο. Γιατί χασομε­ρήσαμε πάρα πολύ.

– Τέκνα μου, αφού θέλετε να φύγετε, γεννηθήτω το θέλημα σας.

Ξεκίνησαν λοιπόν για το μακρινό ταξίδι τους. Μπήκαν σ ένα καράβι και πήγαν στο λι­μάνι Άγιας (τη σημερινή Αλεξανδρέτα;) για ν’ αρχίσουν από κει την οδοιπορία τους. Στο Ά­γιας έμαθαν την ευχάριστη είδηση πως Πάπας είχε εκλεγεί επιτέλους, και μάλιστα ο Λεγάτος Θεοβάλδος (με το όνομα Γρηγόριος 10ος). Και σε λίγο έλαβαν μήνυμα από τον ίδιο να γυρί­σουν στην Άκρα. Ο βασιλιάς της Αρμενίας (η α­φήγηση του Μάρκο είναι γεμάτη βασιλιάδες) αρμάτωσε ένα καράβι και τους έστειλε με όλες τις τιμές.

Στην Άκρα, προσκύνησαν τον νέο Πάπα, που τους ευλόγησε, τους έδωσε δυο Δομινικανούς καλόγερους για την αυλή του Χαχάνου, καθώς και γράμματα και πολύτιμα δώρα για τον ίδιο.

Οι τρεις Πόλο, μαζί με τους δυο καλόγερους, ξαναγύρισαν με καράβι στο Άγιας, απ’ όπου ξεκινούσε ο δρόμος για την Περσία μέσον Αρ­μενίας. Αλλά στο μεταξύ είχε εισβάλει στην Αρμενία ο σουλτάνος της Αιγύπτου, σφάζοντας και λεηλατώντας. Οι δυο καλόγεροι τρομοκρα­τήθηκαν, δήλωσαν πως δεν εννοούν να προχω­ρήσουν, παράτησαν τους Πόλο και ξαναγύρισαν στην Άκρα. Οι Πόλο, ωστόσο, έκριναν πως έπρεπε να συνεχίσουν το ταξίδι τους, αψηφώ­ντας τους κινδύνους, αφού είχαν αναλάβει υπο­χρέωση απέναντι στον Χαχάνο Κουμπλάι. Λο­γάριαζαν, βέβαια, και τα κέρδη που θα προσπωρίζονταν χάρη στην εύνοια του. Ξεκίνησαν λοιπόν από το Άγιας για το εσωτερικό.

Φαίνεται πως τους είχαν παραστήσει την κα­τάσταση πιο τραγική απ’ ό,τι ήταν, γιατί διασχίσανε την Αρμενία προς τον Καύκασο δίχως κανένα απευκταίο. Αλλά το παρατηρητικό μά­τι του Μάρκο σημείωνε και το προσεχτικό αυτί του άκουγε.

Το Άγιας είχε μεγάλη εμπορική κίνηση, για­τί εκεί κατάληγαν από το εσωτερικό τα μπαχαρικά, τα υφάσματα και τ’ άλλα εμπορεύματα, και φορτώνονταν για τη Βενετία, τη Γένοβα και τα δυτικά λιμάνια. Και από δω ξεκινούσαν οι έμποροι για το εσωτερικό. Ας αφήσουμε το Μάρκο να μας κατατοπίσει κάπως στη γεωγρα­φία εκείνης της εποχής.

Δυτικά και βορειοδυτικά της Μικρής Αρμενί­ας ήταν η Τουρκία, υποτελής των Μογγόλων. Αναφέρει την Καραμανία και τις πόλεις Σεβά­στεια, Καισαρεία και Ικόνιο. Στην Τουρκία κα­τοικούσαν τρία έθνη: Τουρκομάνοι, λαός νομα­δικός και κτηνοτροφικός, Έλληνες και Αρμεναίοι. Οι δυο τελευταίοι καταγίνονταν με το εμπό­ριο, τη χειροτεχνία και τη γεωργία. Ύφαιναν τα ωραιότερα χαλιά του κόσμου, καθώς και πολύ ωραία μεταξωτά υφάσματα. Στη Μικρή και Μεγάλη Αρμενία, κι αυτές υποτελείς των Μογ­γόλων, οι κάτοικοι ήταν Αρμεναίοι. Στη Μεγά­λη Αρμενία ξεκαλοκαίρευε ο Μογγολικός στρα­τός γιατί είχε καλές βοσκές, αλλά το χειμώνα μετατοπιζόταν σε θερμότερα κλίματα. Στην καρδιά αυτής της χώρας, μας πληροφορεί ο Μάρκο, ήταν ένα πολύ ψηλό βουνό που το λέ­γανε «Μπόρις ή Όλυμπο» (το Αραράτ) και στην κορυφή του ξεχώριζε, ανάμεσα στα χιόνια, ένα μαύρο σημάδι: η Κιβωτός του Νώε. Οι ντόπιοι σπάνια μιλούσαν γι’ αυτό, μα όταν τους ρωτούσες αποκρίνονταν: «Λένε πως το μαύρο σημά­δι είναι το καράβι του κόσμου». Όσοι μεταγε­νέστεροι ορειβάτες ανέβηκαν στην κορυφή του Αραράτ, δεν βρήκαν τίποτ’ άλλο από χιόνια.

0 Μάρκο Πόλο περιγράφει έπειτα τις άλλες χώρες γύρω στην Αρμενία: βόρεια τη Γεωργία και νότια το Ιράκ. Κοντά στα σύνορα της Γε­ωργίας είναι μια πηγή απ όπου «αναβλύζει λά­δι σε τόση αφθονία, που εκατό καράβια θα μπορούσαν να γεμίσουνε μεμιάς. Αυτό το λάδι δεν είναι φαγώσιμο αλλά το χρησιμοποιούν για φωτισμό και για ν’ αλείψουν τους ανθρώπους και τις καμήλες που πάσχουν από ψώρα». Πρώτη φορά Ευρωπαίος μιλάει για τις μεγάλες πετρελαιοπηγές του Μπακού. Πού νάξερε ο καημένος ο Μάρκο πώς αυτό το «λάδι» θ’ απο­κτούσε τόσο μεγάλη σημασία στο σημερινό μας κόσμο! Μας λέει ακόμα πως οι Γεωργιανοί εί­ναι όμορφη ράτσα, γενναίοι πολεμιστές και πως ακολουθούν το δόγμα της Ελληνικής Εκ­κλησίας.

Εδώ βρίσκονταν οι Σιδηρές Πύλες, που ο Μέγας Αλέξανδρος βρήκε αντίσταση. 0 Μάρκο Πόλο ξέρει την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάν­δρου από τα βιβλία, τα γεμάτα θρύλους και παραμύθια, που κυκλοφορούσαν το Μεσαίωνα. Ωστόσο έχει αρκετή κρίση για να πει: «Δεν ήταν Τάρταροι αυτοί που ο Αλέξανδρος έκλεισε ανάμεσα σε δυο βουνά, όπως αναφέρει το βι­βλίο του Αλεξάνδρου, αλλά Κομανοί και άλλες φυλές, γιατί δεν υπήρχαν Τάρταροι εκείνο τον καιρό». 0 Πόλο αποκαλεί Ταρτάρους τους Μογγόλους γενικά – όχι και τόσο σωστά, ε­πειδή οι Τάρταροι ήταν μονάχα μια μογγολική φυλή.

Και σαν μεσαιωνικός χριστιανός, πώς να μη μιλήσει για θαύματα; Εδώ βρισκόταν ένα μονα­στήρι, του Αγίου Λεονάρδου, και πλάι του μια μεγάλη λίμνη. Λοιπόν, σ’ αυτή τη λίμνη, τα ψά­ρια εμφανίζονταν μονάχα τη Μεγάλη Σαρακοστή -για να τρώνε οι χριστιανοί που νή­στευαν- κι ολόκληρο τον άλλο χρόνο εξαφανί­ζονταν. Φαίνεται όμως πως τα μπερδεύει με κάποιο θρύλο της πατρίδας του, μη ξέροντας πως οι ορθόδοξοι, αντίθετα με τους καθολι­κούς, νηστεύουν και το ψάρι.

Κατεβαίνοντας από την Αρμενία, οι Πόλο πέρασαν από το Ταμπρίζ, μια από τις ανατολι­κότερες πόλεις του Ιράκ. Εδώ, φαίνεται, άκου­σαν διάφορες ιστορίες για την κατάληψη της Βαγδάτης, το 1258, από τον Χουλάγκου, τον Μογγόλο αντιβασιλέα της Περσίας. Η Βαγδάτη, από αιώνες, ήταν η πρωτεύουσα των Αβασίδων Καλιφών, που είχαν συγκεντρώσει εκεί αμύθητους θησαυρούς. Ο Χουλάγκου σάστισε σαν εί­δε όλο αυτό το χρυσάφι, κλεισμένο μέσα σ’ έ­ναν πύργο κι αχρησιμοποίητο. Πρόσταξε να φέ­ρουν μπροστά του τον Καλίφη Αλ Μονστανσίρ Μπιλλάχ, που τον είχε πιάσει αιχμάλωτο στη μάχη.

– Καλίφη, του είπε, γιατί μάζεψες όλους αυτούς τους θησαυρούς; Τι λογάριαζες να τους κάνεις; Ήξερες πως κατεβαίνω να σε χτυπήσω με στρατό, δεν είν’ έτσι; Αφού τόξερες, γιατί δε μεταχειρίστηκες το θησαυρό σου για να συγκε­ντρώσεις περισσότερο στρατό, που να υπερα­σπίσει κι εσένα και την πόλη σου;

O Καλίφης σώπαινε, μη ξέροντας τι ν’ απα­ντήσει. Τότε ο Χουλάγκου συνέχισε:

– Καλίφη, αφού αγαπάς πολύ το θησαυρό σου, θα σου τον δώσω να τον φας. Χόρτασε χρυσάφι!

Έκλεισε τον Καλίφη στο θησαυροφυλάκιο και τον άφησε νηστικό, ώσπου πέθανε βουτηγ­μένος στο χρυσάφι του. Ήταν σα να του έλεγε πως το χρυσάφι έχει αξία μονάχα όταν το χρη­σιμοποιεί κανείς, όχι όταν τ’ αφήνει νεκρό.

Η θρυλική Βαγδάτη είχε λεηλατηθεί από τους Μογγόλους και ξεπέσει από το μεγαλείο της, αν και διατηρούσε ακόμα τη βιομηχανία της σε χρυσοϋφαντα μεταξωτά, και το εμπόριο των μαργαριταριών. Αλλά ο Μάρκο άκουσε πως ήταν άλλοτε το κέντρο της μωαμεθανικής θεολογίας, επιστήμης και φιλοσοφίας, που τώ­ρα είχε μετατοπιστεί στην Αίγυπτο και στη Μαυριτανική Ισπανία. Οι Πόλο δεν πέρασαν α­πό τη Βαγδάτη και τις άλλες αραβικές πόλεις -Μοσούλη, Βασσόρα- που αναφέρει ο Μάρ­κο, γιατί ο δρόμος τους ήταν ανατολικότερα. Γενικότερα για το Ιράκ, μας λέει πως οι κάτοι­κοι ήταν Άραβες μουσουλμάνοι, αλλά υπήρχαν και αρκετοί χριστιανοί: Νεστοριανοί και Ιακωβίτες, που ο Πατριάρχης τους είχε τον τίτλο «Καθολικός». Ωστόσο, αυτός ο τίτλος -με το όνομα «Γενικός» ή «Οικουμενικός»- ήταν, και είναι ακόμα, ο τίτλος του Πατριάρχη των Γρηγοριανών Αρμεναίων, που αποτελούν ξεχωρι­στή Εκκλησία από τους Νεστοριανούς και τους Ιακωβίτες, διαφέροντας κατά το δόγμα. Φαίνε­ται πως ο Μάρκο τάχε μπερδέψει κάπως. Αλ­λά βρίσκεται στην πραγματικότητα όταν προ­σθέτει πως «όλοι οι Χριστιανοί που θα συνα­ντήσετε στις χώρες που περιγράφω, είναι Νε­στοριανοί και Ιακωβίτες». Που περιγράφει από δω και μπρος, κατεβαίνοντας από την περιοχή της Κασπίας για να μπει στην Περσία. Γιατί οι Χριστιανοί της Αρμενίας ήταν Γρηγοριανοί, και της Γεωργίας ορθόδοξοι.

Το βιβλίο «Μάρκο Πόλο» του μεγάλου έλληνα πεζογράφου Κοσμά Πολίτη, είναι μία εργασία με έντονο λογοτεχνικό χαρακτήρα, για τα ταξίδια και την τυχοδιωκτική όσο και προοδευτική προσωπικότητα του Πόλο.
Ο Πολίτης με ιδιαίτερη παρατηρητικότητα σχολιάζει και καταγράφει τοταξίδι του Πόλο από τη Βενετία, το πέρασμά του απ’ την Ελλάδα, την παραμονή του στην Αυλή του Μογγόλου Χαχάνου Κουμπλάι, καθώς και πολλές από τις περιπέτειές του στην άγνωστη, μέχρι τότε, Ασία.
Η εργασία «Μάρκο Πόλο» του Κοσμά Πολίτη τέλειωσε το 1959, και μετά από 42 χρόνια περιπέτειας και σιωπής, βλέπει το φως της δημοσιότητας με το όνομά του, με τη μορφή βιβλίου.
Αποτελείται από 14 κεφάλαια και μία εισαγωγή του συγγραφέα, καθώς και ενός προλογικού σημειώματος του δημοσιογράφου-λογοτέχνη Γιάννη Κορίδη, στο οποίο αναφέρεται η ιστορία και η περιπέτεια του ανέκδοτου, μέχρι σήμερα, χειρογράφου του Κοσμά Πολίτη.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΙΩΛΚΟΣ ΣΕΛΙΔΕΣ: 205