~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
...........................................................*ειδήσεις, νέα και ρεπορτάζ από τον χώρο της λογοτεχνίας
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Αρχείο Καβάφη

Αρχείο Καβάφη
Η ηλεκτρονική έκδοση του Αρχείου Καβάφη είναι έργο του Σπουδαστηρίου και ιδιοκτησία του Ιδρύματος Ωνάση. Περιλαμβάνει όλα τα έργα του ποιητή και πλούσιο ανέκδοτο υλικό, όπως αυτό προκύπτει από την συνεχιζόμενη μελέτη του Αρχείου του. Περιλαμβάνει επίσης γενικές πληροφορίες για τον Καβάφη, αλλά και ειδικότερες για την πρόσληψη και απήχηση της Καβαφικής ποίησης παγκοσμίως.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ - ο πρωτοπόρος του υπερρεαλισμού που έφυγε το 1975

 Giota Fiorentinou 
ΠΕΙΡΑΙΑΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ - ο πρωτοπόρος του υπερρεαλισμού που έφυγε το 1975
             
             "Θα περιμένουμε”

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο μας με το πολύτιμο φορτίο
Το τραίνο μιας άλλης ώρας
Μιας άλλης χώρας που σύνορα δεν έχει.

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο που δεν μπορεί μια και ξεκίνησε να σταματήσει
Τώρα σε σήραγγα μπορεί να βρίσκεται
Μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολο βουνό
Ίσως σε κάμπο με πλημμύρα
Σε τόπο που νά’ ναι μεσημέρι
Ή σ’ άλλον που νά’ ναι βράδυ
Μα θα περάσει.

Κι εμείς θα περιμένουμε
Γιατί δεν είναι δυνατό να δεσμευθεί
Δεν είναι δυνατόν να σπάσει
Να κουραστεί σε στέππες και σε πάμπες
Και σ’ επικίνδυνες ανηφοριές
Το τραίνο μας, που σίγουρα θα φτάσει.

Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.


Το 1935, ο Εμπειρίκος, συνεπής με τις ιδέες του, παραιτείται από τη διευθυντική θέση που κατείχε στο ναυπηγείο του πατέρα του. Μπροστά στο ξέσπασμα απεργιακών αγώνων, θα γίνει αποστάτης της τάξης του, μην αντέχοντας «την κοινωνική ψευτιά και αδικία». Έκτοτε θα αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία και την ψυχανάλυση.
Για τη ρήξη με τον πατέρα του και την πράξη αλληλεγγύης προς τους απεργούς εργάτες, πληροφορούμαστε χάρη σε 33 επιστολές του Ανδρέα Εμπειρίκου (επιλεγμένες ανάμεσα από 120 και συγκεντρωμένες στην έκδοση «Γράμματα στον πατέρα, τον αδελφό του Μαράκη και την μητέρα 1921-1935»), οι οποίες αποτελούν μέρος αρχειακού υλικού που βρέθηκε αναπάντεχα σε παραπεταμένες βαλίτσες της μητέρας του.
«Μας χωρίζουν διαφορετικές νοοτροπίες, αντιλήψεις, ιδέες και αρχές και ορισμένα γεγονότα που άφησαν ίχνη ανεξίτηλα στην ψυχή μου (...) Λοιπόν, αντί να ξαναμπώ στις δουλειές σου παραιτούμαι απ όλες πέρα για πέρα και σου αφήνω γεια».
Ολόκληρο το έργο του, είναι μια σύγκρουση με την κυρίαρχη-συντηρητική ιδεολογία της εποχής του. Αιρετικό, προκλητικό και ανατρεπτικό.

«Είμαστε τα εργοστάσια της ζωής
αφού είμαστε τα εργοστάσια των ερώτων»

(Από το «Είμαστε τα εργοστάσια της ζωής»)

https://www.youtube.com/watch?v=U4J18BlM0C4

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Αφιέρωμα του Αρχείου της ΕΡΤ, «Τέχνη και πολιτισμός: Γιώργος Σεφέρης – 20 χρόνια μετά»

γράφει ο  Σωτήρης Μανιάτης

Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971 έφευγε από κοντά μας ο Γεώργιος Σεφέρης, ο πρώτος Έλληνας ποιητής που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας. Και καθώς συμπληρώνονται 47 χρόνια από το θάνατό του το Αρχείο της ΕΡΤ, τιμώντας τη μνήμη του, ψηφιοποίησε και ανέβασε στην ιστοσελίδα www.ert.gr την εκπομπή: «Τέχνη και πολιτισμός: Γιώργος Σεφέρης – 20 χρόνια μετά».
Πρόκειται για παραγωγή που προβλήθηκε το 1991, για τα 20 χρόνια από το θάνατό του σε σκηνοθεσία Θανάση Νέτα. Για τον Γιώργο Σεφέρη και το έργο του μιλά ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ποιητής και βιβλιογράφος, τονίζοντας μεταξύ άλλων: «Είχε ένα όραμα για τον ελληνισμό, για την ποίηση, για τον άνθρωπο, για τη ζωή. Αυτό το όραμα το έχουν μόνο οι μεγάλοι ποιητές. Και το εξέφρασε με τέτοια γλώσσα, που νομίζω, ελάχιστες φορές έχει ακουστεί στον αιώνα μας». Πληροφορίες για το έργο του Γ. Σεφέρη δίνει και ο ποιητής Θανάσης Κωσταβάρας που τονίζει:.«Ο Σεφέρης, μένοντας πίσω από την τύρβη των διαφόρων ρευμάτων, των διαφόρων κινημάτων, των γεγονότων ακόμα, ως ένας σοφός παρατηρητής, μετέχει στον ιστορικό, στον κοινωνικό, στον αισθητικό προβληματισμό, γι’ αυτό είναι πάντα σύγχρονος. Ο Σεφέρης είναι πάντα παρών». Και ο ποιητής και κριτικός Κώστας Παπαγεωργίου, αναφερόμενος στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, επισημαίνει: «Είναι ίσως ο μόνος μοντέρνος πραγματικά ποιητής μας, που δεν απέρριψε το παρελθόν, που είδε την παράδοση σαν έναν ζωντανό οργανισμό, πάντα ανοιχτό και πάντα έτοιμο να δεχτεί στους κόλπους του αυτόν που τηρεί κάποιους βασικούς κανόνες, που πρωτίστως έχουν να κάνουν με την ειλικρίνεια και την ποιότητα. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι ο ίδιος πολύ νωρίς συνειδητοποίησε την υποχρέωση που βάρυνε τη γενιά του (την ποιητική γενιά του ’30), λέγοντας ότι αν η γενιά του Παλαμά καθιέρωσε τη δημοτική στην ποίηση, η δική του γενιά είχε το χρέος να βοηθήσει στην εμπέδωση της δημοτικής στον καθημερινό λόγο».
Στην εκπομπή ακούγεται ο Γιώργος Σεφέρης να απαγγέλλει ένα απόσπασμα από την «Κίχλη», καθώς και τα ποιήματά του «Ο δικός μας ήλιος» και «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά». Ακούγονται επίσης, η δήλωσή του κατά της χούντας το 1969 και η αναγγελία της βράβευσής του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, αποσπάσματα από τα «Επιφάνια» του Μίκη Θεοδωράκη, ενώ προβάλλεται σπάνιο φωτογραφικό υλικό από διάφορες δραστηριότητες του μεγάλου Έλληνα ποιητή. Η ΕΡΤ όμως διαθέτει και άλλη μια σημαντική ταινία για τον Γιώργο Σεφέρη που γυρίστηκε το 1980 και θα μπορούσε να ανεβάσει στο διαδίκτυο. Πρόκειται για την ταινία "Χρόνια από τη γέννηση του Γιώργου Σεφέρη" που έχει δημιουργήσει ο Γιώργος Σγουράκης, ο παραγωγός και του γνωστού μας "Μονογράμματος".
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Αν είμαι ποιητής, το οφείλω στον Σεφέρη
Η ουτοπία είναι δημιουργική

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (1922-1988), " ΚΑΝΤΑΤΑ" 1960

Dionisis Vitsos
ΑΘΗΝΑ


«“Αύριο”, λες,
και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
το πελώριο ποτέ.

Να ‘σαι τόσο πρόσκαιρος, και να κάνεις όνειρα
τόσο αιώνια!» 
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ(1922-1988), 
ΚΑΝΤΑΤΑ 1960

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

"ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΒΙΒΛΙΑ" του Ηλία Κεφάλα

Ηλίας Κεφάλας
ΤΡΙΚΑΛΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ
              ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΒΙΒΛΙΑ                  

Τα χρόνια περνούν και τα βιβλία στοιβάζονται σωρηδόν στα ράφια μας, στην αρχή με απαράμιλλη τάξη και στη συνέχεια κάτω από το βάρος της πληθώρας των εισερχομένων ανακατωμένα και στριμωγμένα. Και βέβαια όταν φεύγουμε από το βιβλιοπωλείο με 2-3 βιβλία στην μασχάλη μας σκεφτόμαστε πόσα αφήνουμε πίσω για λίγο ή για πάντα αδιάβαστα. Και να ήταν μόνον αυτά; Πόσα έχουμε αδιάβαστα ακόμα (ή ίσως για πάντα κι εδώ) στην δική μας οικιακή βιβλιοθήκη. Δεν θα τα προλάβουμε ποτέ όλα. 
Κάποτε έπεισα τον εαυτό μου να μην αγοράζει πεζογραφία για να προλαβαίνει να ενημερώνεται στο δοκίμιο και την ποίηση. Ατελέσφορο. Πολύ κακή ιδέα. Κάποτε αγόρασα βιβλία για διπλή φορά, επειδή δεν θυμόμουν ότι τα είχα διαβάσει. Κάποτε αγόρασα βιβλία για διπλή φορά επειδή τα ήθελα και σε νεότερη έκδοση. Μα δεν υπάρχει τέλος σ' αυτήν την αναζήτηση. 
Θα χαθούμε μέσα στα βιβλία. Όπως, εντελώς κατά τύχη, ο πατέρας μου, που ένα θερινό καλοκαίρι είχε όρεξη να διαβάσει ποίηση. Τράβηξε από το ράφι το βιβλίο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου "Ο κύκλος των ζωδίων" και διαβάζοντάς το έκλεισε τα μάτια του για πάντα. Το βιβλίο έμεινε μισάνοιχτο πάνω στο πρόσωπό του. Όταν το πήρα στα χέρια μου είδα ότι ο αντίχειρας του απελθόντος έδειχνε τον στίχο: "Θα πλαγιάσουμε σε τούτη τη γης ανάμεσα σε δυο φύλλα βιβλίου". Είθε.

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906 - 1994)

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906-1994)

Το εργαστήριο του καλλιτέχνη, 1960
Ο γοητευτικός αυτός πίνακας, ζωγραφισμένος με τη γνωστή μετακυβιστική τεχνοτροπία του Γκίκα, μας εισάγει στον κόσμο του καλλιτέχνη, στο εργαστήριό του. Αν προσέξουμε, θα αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε μέσα σε αυτό το πυκνοδομημένο παζλ πολλά έπιπλα και αντικείμενα που μοιάζουν να χάνονται μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο χρωμάτων. Δεν δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε το πτυσσόμενο τραπεζάκι με τα πινέλα και τα άλλα σύνεργα της ζωγραφικής, τα καβαλέτα με τους χαρακτηριστικούς πίνακες ακουμπισμένους επάνω, την ψάθινη καρέκλα και την πολυθρόνα, ένα σκαμνί, όπου ξετυλίγεται ένα ειλητάριο σαν κινέζικη ζωγραφιά, ενώ στο βάθος ανοίγονται οξυκόρυφα παράθυρα. Δεν υπάρχει πουθενά κενό. Όλη η επιφάνεια είναι πυκνοϋφασμένη σαν τοιχοτάπητας. Κάθε «ψηφίδα» αυτού του χρωματικού παζλ δεν ζωγραφίζεται με ενιαίο πλακάτο χρώμα, αλλά πλάθεται με το σεζανικό σύστημα, δηλαδή με διαρκώς εναλλασσόμενους μετατονισμούς. 
Παρόλα αυτά, κάθε επιφάνεια έχει μια χρωματική δεσπόζουσα. Κυριαρχούν τα μαβιά, τα γαλάζια, τα πράσινα. Σε αυτή τη σειρά με τα "Εργαστήρια", ο Γκίκας εμπνέεται από μια ανάλογη ομάδα έργων που είχε φιλοτεχνήσει ο Πικάσο λίγα χρόνια πριν, όταν είχε αγοράσει τη Βίλα Καλιφόρνια στις Κάννες. Ονομάζονται και αυτοί οι πίνακες "Εργαστήρια".
Εκτίθεται, Εθνική Πινακοθήκη, Άλσος Ελληνικού Στρατου, Γουδή

~~~~~~~~~~~


The Studio, 1960
Made in our familiar Ghika`s post-cubist style, this fascinating painting introduces us to the artist`s world, his studio. Looking closely at this densely structured puzzle, one gradually makes out several pieces of furniture and other objects that seem lost in a kaleidoscope of colours. It is not difficult to locate a folding table with brushes and other painting tools, easels with characteristic paintings on them, the straw chair and easy chair, a stool on which a papyrus roll is unfolding like a Chinese painting, while arched windows open in the background. 
There is no void anywhere. The entire surface is densely woven like a tapestry. Instead of being painted with unified, solid paint, each "tessera" in this colourful puzzle is moulded according to Cezanne`s system, that is, in constantly changing tones. Nevertheless, there is a dominant colour for each surface. Purple, sky blue, green prevail. In this studio series, Ghika is inspired by a similar series of works, made by Picasso a few years before, when he had purchased the Villa California in Cannes. His paintings are also entitled "Studios.
On view, National Gallery, Hellenic Army Park, Goudi

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

«Το Τρίτο Στεφάνι από το Τρίτο πρόγραμμα»

Dionisis Vitsos
ΑΘΗΝΑ


«Είμαστε στο 1978, ο Χατζιδάκις είναι διευθυντής του Τρίτου, καθόμαστε στον Μαγεμένο Αυλό, είμαι 23 χρονών και νιώθω ένα κόμπο στο στομάχι, τα χέρια μου να ιδρώνουν και την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. «Το Τρίτο Στεφάνι από το Τρίτο πρόγραμμα» λέει στοχαστικά. «Δεν είναι άσχημη ιδέα. Και ποιος θα κάνει τη Νίνα και την Εκάβη;» «Η Μελίνα Μερκούρη και η Δέσπω Διαμαντίδου». Ο Μάνος σκοτεινιάζει. «Με τη Μελίνα δεν μιλιόμαστε και με τον Ταχτσή ο Θεός να σε φυλάει. Τέλος πάντων, θα το κάνουμε με έναν όρο: δεν θα με μπλέξεις στις συνεννοήσεις. Ό,τι κάνεις θα το κάνεις μόνος σου» είπε και ξανάρχισε τα ταχυδακτυλουργικά με τη σοκολατίνα και το κουταλάκι του εσπρέσο…”
~~~
«Οδός Σαρανταπήχου στον περιφερειακό του Λυκαβηττού. Μου ανοίγει ο ίδιος ο Ταχτσής. Φοράει μια ρομπ ντε σαμπρ, είναι αξύριστος, στα βλέφαρά του υπάρχουν σημάδια αποτυχημένης πλαστικής, είναι πολύ φιλικός, σχεδόν γλυκός, καμία σχέση με την τρελή που μου έλεγαν ότι θα συναντήσω. Μόνο η φωνή, στριγκή και πνιγμένη, σα να τον έχει πιάσει κάποιος από το λαιμό, φανερώνει έναν άνθρωπο γεμάτο πάθος και πάθη. «Βρε αγόρι μου, είσαι τόσο νέος, τόσο αθώος, πώς θα τα βγάλεις πέρα με όλα αυτά τα τέρατα; Η Μελίνα νομίζεις ότι θα δεχτεί; Είμαστε τσακωμένοι από τη Νέα Υόρκη και δεν μιλιόμαστε. Άσε που έχει αξάν στη φωνή που δεν ταιριάζει στη Νίνα. Αυτούς τους ρόλους θα έπρεπε να τους είχαν παίξει η Κοτοπούλη και η Παξινού. Τέλος πάντων, εγώ σου δίνω την άδεια και κάνε ό,τι νομίζεις». Κώστας Ταχτσής. Έχει πάει αργά, του δίνω το τηλέφωνό μου, του δίνω και του Χατζιδάκι, με πάει ως την έξοδο, έχει πιει, έχει γλυκάνει, τα μάτια του είναι συννεφιασμένα, «θα βγεις τώρα να διασκεδάσεις;» με ρωτάει μ’ αγωνία. «Όχι, πάω σπίτι να κοιμηθώ» του λέω ψέματα. «Αχ, αν ήμουνα στην ηλικία σου, κώλο δεν θα έβαζα κάτω» λέει αναστενάζοντας. Βγαίνω και πηγαίνω στη Διάπλαση των Παίδων, ένα μπαρ της εποχής. Με περιμένει ο Δημήτρης Λέκκας, που θα κάνει τη μουσική επιμέλεια. Του λέω τα ευχάριστα νέα, πίνουμε και γυρίζουμε σπίτι μεθυσμένοι”.... 
~~~
«Της λέω ότι έχει χαιρετίσματα από τον Χατζιδάκι (ψέματα), από τον Ταχτσή (ψέματα) και πως και οι δυο συμφωνούν πως είναι η ιδανική Νίνα (ψέματα). «Ο Μάααανος! Τον λατρεεεεύω για τη μουσική του και τον σιχαιαιαιαίνομαι για τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Όσο για το «Τρίτο στεφάνι», ο Κώστας έχει γράψει ένα αριστούουουουργημα, ο ρόλος μου πάει πάαααρα πολύ, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να τον παίξω». Μου εξηγεί ότι έχει ξεκινήσει αγώνα να μην πληρώνουμε το τέλος της ΕΡΤ στο λογαριασμό της ΔΕΗ και πως θα ήταν ανάρμοστο, όσο κρατούσε ο αγώνας, να παίζει συγχρόνως σε ένα κρατικό ραδιόφωνο. «Κι εσύ, νέος άνθρωπος, τι κάθεσαι και συνεργάζεσαι με την αντίδραση;» μου λέει αυστηρά. «Τουλάχιστον έχω τη Δέσπω Διαμαντίδου για την Εκάβη» σκέφτομαι. Σαν να μάντεψε τη σκέψη μου, η Μελίνα γυρνάει και μου λέει: «Μιλάγαμε και με τη Δέσπω πριν από λίγο και μου έλεγε πως αν δεν το κάνω εγώ δεν θα το κάνει ούτε κι αυτή. Γι’ αυτό σου λέω, περίμενε λίγο».... 
~~~
Δεν μπορώ να περιμένω ούτε λεπτό. Φιλάω τα χέρια της θεάς και βγαίνω ντουβρουτζιασμένος στην Αναγνωστοπούλου. Παίρνω την Πανεπιστημίου και αρχινάω να κατεβαίνω προς Ομόνοια. Έξω από το Rex βλέπω μια επιγραφή με τεράστια γράμματα: Ρένα Βλαχοπούλου. ... 
«Τι περίεργο, και ο Μιχάλης Κακογιάννης μου είχε μιλήσει για το “Τρίτο στεφάνι”. Ήθελε να το κάνουμε ταινία. Μα τόσο ωραίο βιβλίο είναι;» με ρωτάει η Ρένα Βλαχοπούλου. «Δεν το έχετε διαβάσει;» Η Ρένα γελάει. «Εδώ δεν διαβάζω τους ρόλους μου, αγάπη μου. Θα κάθομαι να διαβάζω βιβλία; Ο Ταχτσής τι κάνει; Είναι πάντα αδελφή προϊσταμένη;» «Πάντα, πάντα. Και θέλει πολύ να παίξετε τη Νίνα (ψέματα), το ίδιο και ο Χατζιδάκις (ψέματα). Περισσότερο απ’ όλους όμως το θέλω εγώ (ψέματα και αλήθεια), γιατί πιστεύω ότι μπορείτε να παίξετε τέλεια ένα δραματικό ρόλο. «Σοβαρά; Άι στο διάολο, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Τέλος πάντων, αφού είναι να το διαβάζω και για το χατήρι του Μάνου, θα το κάνω!» Της αφήνω το βιβλίο και φεύγω πανευτυχής που δέχτηκε και προβληματισμένος για το ποια θα κάνει την Εκάβη.... 
~~~
Σκέφτηκα τη Γεωργία Βασιλειάδου. «Μα, βρε Γιώργο, δυο κωμικές να κάνουν αυτούς τους ρόλους. Είναι υπερβολικό, γαμώτο» γκρινιάζει ο Ταχτσής. Εγώ ωστόσο πάω και τη βρίσκω στο σπίτι της στο Μαρούσι. «Είμαι άρρωστη» μου λέει. «Ήμουνα μέσα σε ένα ταξί και κράταγα ένα ρολόι τοίχου. Τρακάραμε με ένα άλλο αμάξι και από τη σύγκρουση το ρολόι τοίχου έγινε ρολόι χειρός». Γελάω και της λέω για το «Τρίτο στεφάνι».... «Το έχω διαβάσει» μου απαντάει σκεπτική. «Έχει μέσα πολλές ανωμαλίες και προστυχόλογα, δεν ξέρω αν μπορώ να τα πω». Τελικά την πείθω να κάνουμε ένα δοκιμαστικό. Την ημέρα του δοκιμαστικού έρχεται ντυμένη με χοντρά ρούχα. «Με χτίσανε, αγόρι μου, για να έρθω. Εφτά πουλόβερ μου φορέσανε» λέει και μπαίνει με τη Ρένα μέσα στο στούντιο. Το δοκιμαστικό είναι καταστροφή.... 
Η Βασιλειάδου χάνει τις σειρές, μπερδεύεται, μπαίνει απότομα στα κολλήματα, χάλια, χάλια. Έχει έρθει και ο Ταχτσής και μόλις φεύγει η Βασιλειάδου ξεσπάει, βάζει τις φωνές και μου λέει ξεκάθαρα πως αν παίξει αυτή το ρόλο δεν θα μου δώσει την άδεια. Η Ρένα, κουρέλι: «Μην την ξαναφέρεις, βρε πουλάκι μου, τη βλέπω και ραγίζει η καρδιά μου». Συμφωνώ και γω μαζί τους. Την επομένη με παίρνει και η ίδια και μου λέει πως δεν θα παίξει...
~~~
Η Σμάρω Στεφανίδου, στο σπίτι της, σκύβει ναζιάρικα και μου ρίχνει παγάκια-καρδούλες μέσα στο ουίσκι μου. Πριν από λίγο καιρό έχει παίξει συγκλονιστικά την Εκάβη στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Τσαρούχη. Πώς δεν την είχα σκεφτεί από την αρχή; Είχα κολλήσει στο δίδυμο Μελίνα-Δέσπω. Την άκουγα να μου μιλάει και τη φανταζόμουν σαν Εκάβη. Θα ήταν καταπληκτική!... 
~~~
Στις ηχογραφήσεις η Ρένα έρχεται πάντα αδιάβαστη. Συνηθισμένη να αυτοσχεδιάζει, όπου μπερδεύεται ή χάνει τη σειρά χώνει ένα «μάλιστα, μάλιστα!» ή ένα «κατάλαβες δηλαδή;», για να το σώσει. Πρέπει να την κόψω και να το ξαναπεί. Για να μην τη διακόψω εγώ που είμαι πιτσιρικάς, βάζω τον τεχνικό: «Να το πάμε άλλη μια φορά, κυρία Ρένα; Κάτι θέλει να διορθώσει ο σκηνοθέτης». Και η Ρένα: «Σκηνοθέτης είναι αυτός ή σκατά;». Στα διαλείμματα των ηχογραφήσεων κεντάει ένα παγόνι. Κάποια στιγμή το σηκώνει ψηλά, το κοιτάει και αποφαίνεται: «Έβαλα πάρα πολλά χρώματα. Πούστης μου βγήκε το παγόνι!».... 
~~~
Η Σμάρω έρχεται πάντα διαβασμένη, στην ώρα της και παίζει την Εκάβη εκπληκτικά. Σε κάποια σκηνή που θρηνεί για το γιο της, όλοι μέσα στο στούντιο κλαίμε με μαύρο δάκρυ. Είναι συνταρακτική. Έχει βέβαια κι αυτή τα παράπονά της! Η Ρένα στους μονολόγους της δεν την αφήνει να τελειώσει τη φράση της και αρχίζει τα «μμμμ… μάλιστα» ή «τι λες, βρε παιδί μου!», με αποτέλεσμα να μην ακούγονται καθαρά όλα τα λόγια της. «Ρένα, μην καβαλάς τη Σμάρω γιατί δεν ακούγεται» της επισημαίνω. «Εμ, αφού δεν την καβαλάς εσύ, αναγκάζομαι να την καβαλήσω εγώ!» μου ρίχνει το υπονοούμενο. Πάντως μεταξύ τους τα πάνε μια χαρά, να χτυπήσω ξύλο. 
~~~
Σιγά-σιγά το έργο στρώνει. Το «Τρίτο στεφάνι» αποκτά φανατικούς φίλους. Πολλοί μαθητές παίρνουν τρανζίστορ μέσα στις τάξεις για να μη χάσουν επεισόδιο. Ακροατές ζητούν να παίζεται και το απόγευμα για εκείνους που το έχασαν το πρωί. Από ένα σουηδικό πανεπιστήμιο μου ζητάνε αντίγραφα για το μάθημα στην έδρα των Νέων Ελληνικών. Ο Χατζιδάκις είναι ευχαριστημένος από την επιτυχία και νευριασμένος με τον Ταχτσή....«Με πήρε τηλέφωνο και ξέρετε τι μου ζήτησε; Να πω στον Καραμανλή να βάλει δυο αστυνομικούς να τον φυλάνε όταν κάνει πιάτσα, γιατί έρχεται κάποια Αλόμα και τον δέρνει. Μα είναι δυνατόν να πω τέτοιο πράγμα στον Καραμανλή;»...
 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΡΙΑΝΟΣ
Δημοσιογράφος και στιχουργός.

~~~
[ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΡΙΑΝΟΣ: Αριστούχος μαθητής από την Πάτρα, μπήκε με υποτροφία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο το οποίο ουδέποτε τελείωσε. Το 1978 εργάστηκε στο Τρίτο Πρόγραμμα του ραδιοφώνου με διευθυντή το Μάνο Χατζιδάκι. Στη δισκογραφία εμφανίστηκε το 1981 και από τότε μέχρι σήμερα έχει γράψει πολλά σουξέ. Το διάστημα 1986-1996 δούλεψε σαν δημοσιογράφος στα περιοδικά "Πρόσωπα", "Κλικ", "Men", "Diva", Γυναίκα", "Nitro". Ζει στο Παγκράτι.]

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

Αλέξης Ζήρας: «Η διακωμώδηση είναι η υπέρτατη κριτική πράξη»


ziras1.jpg

Ο μόνος τρόπος για να τα βγάλεις πέρα με τις επιβολές και να είσαι ο εαυτός σου είναι το γέλιο. 
Θέλω να πω, να διακωμωδήσεις ό,τι είναι αφύσικο, ψεύτικο, πομπώδες | Βασίλης Μαθιουδάκης

Ο Αλέξης Ζήρας είναι ένας από τους σημαντικότερους Ελληνες κριτικούς λογοτεχνίας. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με τα πιο αξιόλογα πράγματα που έχουν γίνει σε ιστορικά περιοδικά λογοτεχνίας και εφημερίδες από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Η υπογραφή του κάτω από μια κριτική αναμένεται πάντα από τους ανθρώπους του χώρου με μεγάλο ενδιαφέρον.
Είναι μεγάλη η χαρά γι’ αυτή τη συνέντευξη, γιατί είχα την ευκαιρία να τον ρωτήσω για πρόσωπα και καταστάσεις που διαμόρφωσαν τα λογοτεχνικά πράγματα στην Ελλάδα σε ιστορικές περιόδους και, επίσης, να τον γνωρίσω λίγο καλύτερα.
Οσα χωρούν μοιραζόμαστε εδώ μαζί σας.
● Εχετε διατηρήσει ένα χαμηλό προφίλ. Συμφωνείτε με κάτι σαν αυτό που έλεγε ο Αριστοτέλης, ότι ο κριτικός πρέπει να έχει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά στην κοινωνία;
Αν συμφωνήσουμε ότι χαμηλό δεν σημαίνει μη παρεμβατικό, ναι, δεν μ’ αρέσει η επιβολή. Ιδιοσυγκρασιακά εννοώ. Από την ιδιοσυγκρασία μας άλλωστε ξεκινούν όλα.
Ερχομαι από μια εποχή που οι επιβολές είχαν φτιάξει ολόκληρο δίχτυ γύρω μας. Η αλαζονεία της Δεξιάς, η ιεροεξεταστική μέγκενη της Αριστεράς!
Να σας πω κάτι: ο μόνος τρόπος για να τα βγάλεις πέρα με τις επιβολές και να είσαι ο εαυτός σου είναι το γέλιο. Θέλω να πω, να διακωμωδήσεις ό,τι είναι αφύσικο, ψεύτικο, πομπώδες. Κι ας μοιάζει σοβαρό.
Η διακωμώδηση είναι η υπέρτατη κριτική πράξη. Θα σας φανεί παράξενο, αλλά καμιά φορά, όχι πολύ συχνά, τυχαίνει και διασκεδάζω με όσα γράφω, σαν να κερδίζω ή σαν να συμμετέχω σ’ ένα παιχνίδι εναντίον της σοβαροφάνειας της λογοτεχνίας. Γιατί η λογοτεχνία μας είναι πνιγμένη στη σοβαροφάνεια... Ε, τότε, αισθάνομαι ικανοποιημένος, πως κάτι κατάφερα.
● Πού γεννηθήκατε;
Στην Αθήνα, στα τέλη του ’45, πάνω από την πλατεία του Γκύζη. Ημουν ένα παιδί του ορίου, γεννήθηκα ανάμεσα στη λήξη του πολέμου και στο ξεκίνημα του Εμφυλίου.
Φαίνεται, όμως, ότι γενικότερα υπήρξε αυξημένη σπορά την ίδια εποχή! Οι άνθρωποι πρέπει να είχαν κυριευθεί από τη χαρά της επιβίωσης, γι’ αυτό και γεννήθηκαν τόσα παιδιά το ’45 και το ’46...
Παρότι η Αθήνα, όπως και όλη η Ελλάδα, ιδίως η επαρχία, έβγαιναν ερειπωμένες... Δεν υπήρχαν φάρμακα, δεν υπήρχαν τρόφιμα, η μαύρη αγορά συνεχιζόταν αμείωτη... Κι όμως, η ζωή ξανάπαιρνε πάνω της, όπως το βλαστάρι από το καμένο δέντρο.
Δεν το πολυθυμάμαι, αλλά έπαθα μια γερή πνευμονία, με υψηλό πυρετό, η μητέρα μου έτρεχε σ’ όλη την πόλη επί τέσσερις μέρες για να βρει ενέσεις πενικιλίνης.
Εγώ επέζησα, αλλά πόσα άλλα παιδιά τα κατάφεραν;
● Και η γειτονιά σας; Πώς ήταν;
Αναμφίβολα, η συνοικία του Γκύζη, το περιβάλλον και ο κόσμος της, έπαιξαν ένα ρόλο στη διαμόρφωσή μου. Ισως όχι μεγάλο και όχι άμεσα συνειδητό. Εμεινα ώς το ’52 εκεί.
Ξέρετε, τα πέριξ της πλατείας του Γκύζη, προς τα Τουρκοβούνια και προς τις παλιές φυλακές Αβέρωφ, υπήρξαν θέατρο πολλών συγκρούσεων.
Μιλάω για τα Δεκεμβριανά κυρίως. Εχω ζωντανές πρώιμες εικόνες από παρεπόμενα, από εκρήξεις ναρκών που ήταν θαμμένες ρηχά στο χώμα των δρόμων και με τις βροχές έβγαιναν έξω... σκότωναν ή ακρωτηρίαζαν ανθρώπους, τίναζαν αυτοκίνητα…
Υπάρχει και μία ανάμνηση που την έχω καταγράψει -ελπίζω να βγουν κάποια στιγμή αυτά τα γραπτά- από την πλατεία, εκεί όπου υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν οι ευκάλυπτοι, η γη ήταν ανασκαμμένη.
Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών είχανε θάψει εκεί αρκετούς από τους αντιμαχόμενους. Τους ξέθαβαν, λοιπόν, είμαστε στο '46-'47, μήπως και μπορέσουν να γίνουν αναγνωρίσεις από τους συγγενείς τους.
Θυμάμαι σαν σε όνειρο τις μαυροφορεμένες γυναίκες μαζεμένες γύρω στην πλατεία. Και ακόμα να βλέπω μέσα στο σούρουπο, από τον οδό Κοντογιανναίων όπου έμενα, κάτω την πλατεία, κάπως αμφιθεατρικά, με τα κεριά και τα φαναράκια πάνω στο ξανασκαμμένο της χώμα...
● Και αφού φύγατε από εκεί, πού πήγατε;
Στο σημερινό Νέο Ψυχικό, σε μια περιοχή που τότε λεγόταν Κρημνίτσα, αυλακωμένη από χειμάρρους που κατέβαιναν από το Μαρούσι και πλημμύριζαν τα πάντα, με εκτάσεις θάμνων και πεύκων, με χελώνες και κοπάδια αιγοπροβάτων.
Εκεί είχε ένα σπίτι η γιαγιά μου, χτισμένο το 1929, με μεγάλο κήπο οπωροφόρων, οριοθετημένο με ρίζες δεντρολίβανου.
Εζησα σ’ αυτό το σπίτι μερικά ευτυχισμένα χρόνια, παρά την απερίγραπτη φτώχεια της οικογένειάς μου. Αραιοκατοικημένο μέρος, με το ένα σπίτι να απέχει από το άλλο εκατοντάδες μέτρα... Επειτα ήρθε η εφηβεία, η επιθετική τάση για αποδράσεις.
Εφυγα, αλλά όπως συνήθως όλα κάνουν τον κύκλο τους, κάποια στιγμή με τράβηξε πάλι εκεί η ανάμνηση του τόπου.
Πολλές φορές βγαίνω το πρωί και αντικρίζω στα δεξιά μου τον Υμηττό και στιγμιαία έχω την εντύπωση ότι ανάμεσα σε μένα και σ’ εκείνον το μόνο που εκτείνεται είναι οι ίδιες θαμνώδεις εκτάσεις του ’50...
● Τι διαβάζατε τότε;
Δεν είχα βιβλία, δεν υπήρχε δυνατότητα αγοράς τους, αλλά και δεν μου έλειψαν καθώς απουσίαζαν από τα γύρω σπίτια, όμως από το ’51 δεν παρέλειπε ο πατέρας μου να μου παίρνει τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα».
Προς το τέλος του Δημοτικού έγινε αυτό που κατά κάποιον τρόπο μού άλλαξε ή μου έδειξε τον δρόμο: ανακάλυψα κάτω από μια σκάλα ένα κασόνι με ξεχασμένα βιβλία του πατέρα μου. Ηταν ό,τι και ένας θησαυρός...
● Τι είχε μέσα το κασόνι;
Παλιούς τόμους της «Διαπλάσεως των Παίδων» από τα τέλη του 19ου αιώνα, μικρές εκδόσεις διηγημάτων που έβγαιναν στη δεκαετία του ’20 και του ’30 στην Αθήνα, αλλά και ξενόγλωσσα, όπως και ελληνικά περιοδικά…
Για μεγάλο διάστημα, μήνες, περνούσα ώρες στην αποθήκη διαβάζοντας παθιασμένα ό,τι έπεφτε στο χέρι μου από τον σωρό, αν και στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν γραμμένα στην καθαρεύουσα.
Δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν ο πατέρας μου, πέθανε όταν ήμουν στα δεκαπέντε και δεν πρόλαβα να κάνω μαζί του ούτε μία ουσιαστική συζήτηση.
Με τα μέτρα του καιρού εκείνου ήταν μάλλον ένας λόγιος, τον είχε όμως τσακίσει η αρρώστια και η ανέχεια.
Αγαπούσε τη μουσική, το μουσικό θέατρο, ζωγράφιζε, του άρεσε το ξενύχτι· δεν θα έλεγα ότι ήταν ιδιαίτερα προσγειωμένος στην καθημερινότητα.
● Στην ηλικία-σταθμό για όλους μας, τα 18, πού σας βρίσκουμε;
Εχουν προηγηθεί μια εξαιρετικά επιθετική εφηβεία –άλλαξα πέντε σχολεία σε τρία χρόνια– και δύο μεγάλες διαμονές μου στο εξωτερικό – στο Βέλγιο και στην Αυστρία.
Στο Βέλγιο, στην Αμβέρσα, όπου ζούσε η γιαγιά μου, έμεινα έναν ολόκληρο χρόνο, το ’57, κι έπειτα, το ’60, ξαναέφυγα για την Αυστρία κι έζησα εκεί περίπου δύο χρόνια, με πολλές όμως εναντιώσεις στα σχέδια της οικογένειάς μου.
● Σας έδωσαν κάτι αυτά τα σχολεία του εξωτερικού που μπορεί και να ευγνωμονείτε;
Λίγα πράγματα. Ισως την πειθαρχία. Ημουν μια κινούμενη άρνηση, ένα παιδί φύσει ανεξάρτητο, έτοιμο να κάνει τη μεγαλύτερη παλαβομάρα.
Πολύ δύσκολα μπορούσα να μείνω σ’ ένα μέρος. Εκεί σιγά σιγά άρχισα να σκέπτομαι κάποια πράγματα.
Το ότι δεν είμαι εγώ κι ο εαυτός μου, το να προσέχω τη γνώμη του άλλου. Δεν είναι λίγα αυτά...
Ημουν μια κινούμενη άρνηση, ένα παιδί φύσει ανεξάρτητο, έτοιμο να κάνει τη μεγαλύτερη παλαβομάρα. Πολύ δύσκολα μπορούσα να μείνω σ’ ένα μέρος. | Βασίλης Μαθιουδάκης

● Πειθαρχία και ελευθερία πάνε μαζί;
Κοιτάξτε, αν είμαστε καλοί παρατηρητές της φύσης, που οι περισσότεροι τη βλέπουμε σαν καρτ ποστάλ, θα διαπιστώσουμε ότι ναι, πειθαρχία και ελευθερία πάνε μαζί.
Βέβαια, αυτή τη συνύφανση, αυτή την ισορροπία, η φύση δεν την καταλαβαίνει, απλώς την ακολουθεί και την ενσωματώνει, όπως την ανάσα.
Ενας από τους ιδιοφυέστερους των συγγραφέων, ο Αλμπέρ Καμί, έχει πει αποκαλυπτικά πράγματα γι’ αυτή την ισορροπία ελευθερίας και πειθαρχίας, στον «Ξένο», αλλά και στα δοκίμιά του.
● Και όταν γυρίσατε;
Γύρισα στην Ελλάδα το ’63.
● Την εποχή που πολιτικά η Ελλάδα είναι αναστατωμένη με τον Λαμπράκη και άλλες καταστάσεις. Πώς τα είδατε τα πράγματα;
Στην αρχή τα έχασα. Ερχόμουν από έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο σύνθεσης. Ξέρετε, πολύ αργότερα κατάλαβα ότι ο καλύτερος τρόπος για να αντιληφθείς μια κοινωνία σε δεδομένη στιγμή είναι να μάθεις αρκετά για την κατεξοχήν θρησκεία της και να επισκεφτείς τις εκκλησίες της!
Μπορεί μια μη προτεσταντική Ελλάδα να έχει σχέση με την παιδεία και τη σύνθεση;Νομίζω ένα τέτοιο ερώτημα πάνω κάτω έκανε κι ο ένθερμος προτεστάντης, ο Κοραής.
Λοιπόν, για να έρθουμε πάλι στην επάνοδό μου, αληθινά δεν ήξερα τι να κάνω.
Το πνεύμα της ελληνικής μεθόδου με βρήκε εκεί που δεν το περίμενα... μια μέρα με πλησίασε στο λεωφορείο ένας καθοδηγητής... ήταν συνηθισμένα αυτά τότε.
● Πώς πήρατε την απόφαση να σπουδάσετε οικονομικά;
Κοιτάξτε, δεν ήθελα να γίνω φιλόλογος. Με απωθούσε η προσκόλληση στο γράμμα των κειμένων. Μόνο έναν φιλόλογο θυμάμαι μ’ ευγνωμοσύνη, έναν Ζακυνθινό, τον Παναγιώτη Μπελούση.
Αυτός με έκανε να αγαπήσω την αρχαία τραγική ποίηση, δίδασκε προσαρμόζοντας τα θέματά της στον κόσμο μας.
Αν υπήρχαν την εποχή εκείνη σοβαρές κοινωνιολογικές σπουδές, θα πήγαινα προς τα εκεί. Ο,τι πλησίαζε περισσότερο στα ενδιαφέροντά μου ήταν η Πολιτική Οικονομία.
Θυμάμαι πως όταν άρχισα να φοιτώ στο δεύτερο έτος είχα καταλάβει ότι προετοιμαζόμουν απλώς να χωθώ για την υπόλοιπη ζωή μου σ’ ένα λογιστικό γραφείο ή σε κάτι παρεμφερές. Δούλεψα εφτά χρόνια και μετά είπα: δεν πάει άλλο.
● Αυτά μέχρι και λίγο μετά τη χούντα. Θυμάστε εκείνη τη νύχτα που ήρθε;
Ναι, λίγο μετά, ώς το ’75. Η χούντα με βρήκε στη Θεσσαλονίκη. Στο Πανεπιστήμιο. Ηταν τρεις μήνες που είχα απολυθεί από τον στρατό και είχα περάσει από την πειθαρχία στην αεικίνητη συμμετοχή.
Δεν ήταν κάτι το πολύ ξαφνικό, οι εφημερίδες επανέρχονταν διαρκώς στο ενδεχόμενο. Υπήρχε πολύ μεγάλη ένταση πριν από εκείνη τη μέρα. Τι να σας πω!
Από το πρωί ώς το βράδυ τρέχαμε από συγκέντρωση σε συγκέντρωση, από πορεία σε πορεία, καθημερινές συγκρούσεις με τους χωροφύλακες…
Το πρωί, μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, με ξύπνησαν οι πλαϊνοί συμφοιτητές μου, βγήκα έξω τρέχοντας, τα πεζοδρόμια στην Εγνατία ήταν γεμάτα κόσμο, από το βάθος του δρόμου είδα να έρχεται μια φάλαγγα της Ιατρικής Στρατιωτικής Σχολής, ήταν οπλισμένοι και κρατούσαν πυρσούς: απ’ όπου περνούσαν τους συνόδευαν ζητωκραυγές κι ένα παρατεταμένο χειροκρότημα!
● Πότε αρχίσατε να γράφετε δικά σας πράγματα;
Από τότε που γύρισα στην Ελλάδα. Είχα γράψει ένα διήγημα το ’63, το ’66 έβγαλα σε πολύγραφο μία συλλογή ποιημάτων μου, σε πολύ λίγα αντίτυπα.
Χρειάστηκα περίπου ένα χρόνο μετά το πραξικόπημα για να ξεφύγω από την αδράνεια. Διάβαζα όμως πολύ, σχεδόν βουλιμικά.
Εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία, προπάντων ξενόγλωσσα, γαλλικά κι αγγλικά. Υπήρχε ένα πολύ ενημερωμένο βιβλιοπωλείο, της οικογένειας Μόλχο, και από εκεί αγόραζα ξένη λογοτεχνία που είχε μείνει επί χρόνια στα αζήτητα. Ακόμα άκοπα βιβλία, 20 ή και 30 ετών.
Για μεγάλο διάστημα διάβαζα και κρατούσα σημειώσεις.
Κάποια στιγμή γέμισαν τα συρτάρια μου και σκέφτηκα μήπως θα έπρεπε να δώσω ένα σχήμα στις αναγνωστικές μου εμπειρίες, να προχωρήσω σε μια σύνθεση.
Το πρώτο κείμενο που έδωσα στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη, στον έκτοτε φίλο μου Κώστα Λαχά, ήταν το ’69 και ως θέμα του είχε τον Κάφκα.
● Φαντάζομαι ότι τότε βρήκατε τι ήταν αυτό που σας γέμιζε και θέλατε να κάνετε στη ζωή σας.
Ναι, έτσι είναι. Αλλά να σας πω με την ευκαιρία ότι οι σπουδές μου στην Πολιτική Οικονομία δεν πήγαν τελείως χαμένες.
Γράφοντας, στην αρχή με πυρετώδη και κατακλυσμικό τρόπο, μη γνωρίζοντας καλά καλά τι θα έκανα μ’ αυτές τις σημειώσεις μου, που όλο και αύξαιναν, είδα ότι, επειδή ακριβώς ήμουν ακαθοδήγητος σ’ αυτό που έκανα, οι σπουδές είναι που με έσπρωξαν να υιοθετήσω το πνεύμα μιας μεθόδου.
● Θέλει σθένος η κριτική;
Ναι, έτσι νομίζω. Ο ρόλος της πρέπει να είναι παρεμβατικός, να ανοίγει έναν διάλογο ουσιαστικό τόσο με τα καλά όσο και με τα λιγότερο καλά βιβλία.
Να μην επαινεί ό,τι πέφτει στα χέρια της, αλλά και να μην έχει έτοιμο τον ψόγο. Ιδίως, να μην έχει προκαταλήψεις, ηθικές, ιδεολογικές, πολιτικές, προσωπικές. Να λέει ορθά κοφτά τη γνώμη της. Δύσκολα πράγματα δηλαδή.
Ο,τι επικρατεί σήμερα, όχι μόνο στις σελίδες των ηλεκτρονικών περιοδικών, που εξαρτάται η επιβίωσή τους από τα «δωρήματα» των εκδοτών και των αυτοεκδιδόμενων συγγραφέων, αλλά και στις μελέτες των πανεπιστημιακών, σχεδόν σαρωτικά, είναι η άνευ όρων αποδοχή, ο διθυραμβικά επαινετικός λόγος, η απουσία αξιολόγησης.
Πολύ συχνά με πιάνουν τα γέλια: επιτέλους τα καταφέραμε ώστε η εκδοτική μηχανή να μας γεμίζει συνεχώς αριστουργήματα.
Ανεξάρτητα από το αν ορισμένα από αυτά τα αριστουργήματα είναι για πέταμα!
● Γιατί το μεγάλο αναγνωστικό κοινό, κατά τη γνώμη σας, δεν έμαθε να διαβάζει; Δεν έχουμε μεγάλο αναγνωστικό κοινό.
Κοιτάξτε, το αναγνωστικό κοινό είναι χωρισμένο σε δεκάδες μικρότερα κοινά! Δεν υπάρχει ένα κοινό, όπως δεν υπάρχει και ένα γούστο. Δεν λέω κάτι το πρωτότυπο.
Εχουν ειπωθεί όλα αυτά εδώ και δεκαετίες από τους κοινωνιολόγους της Σχολής της Φρανκφούρτης, από τον Αγγλο Ρέιμοντ Ουίλιαμς, από τον Τσβετάν Τοντόροφ...
Οσοι λ.χ. διαβάζουν ποίηση, δεν είναι υποχρεωμένοι να διαβάζουν αστυνομική λογοτεχνία ή το ανάποδο.
Βέβαια, η ελληνική κοινωνία, όπως και το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας της ανάγνωσης, είναι κάπως χύμα. Ολοι ασχολούνται με όλα!
Αυτό που νομίζω ότι χρειάζεται είναι να εμβαθύνουμε, να παιδευτούμε, στο κομμάτι που μας ενδιαφέρει περισσότερο...
● Κύριε Ζήρα, έχετε μια «βαριά» υπογραφή στον χώρο της λογοτεχνικής κριτικής. Μπορείτε να μας πείτε αν έχετε αδικήσει ποτέ κάποιον;
Μα και βέβαια. Εχω μείνει πολλές φορές άγρυπνος, μεμφόμενος τον εαυτό μου ότι αδίκησε… Είτε επειδή έκρινα επί τροχάδην ή επειδή δεν επανήλθα.
Πρέπει να έχουμε, όσοι ελάχιστοι απομείναμε στον χώρο της κριτικής, τη γενναιότητα της επιστροφής. Το θάρρος να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας.
Δεν αρκεί ο ανοιχτός διάλογος με τα έργα· καλό είναι να συνοδεύεται από παράπλευρους διαλόγους με ό,τι γράφουν άλλοι γι’ αυτά τα έργα.
● Αν απόψε το βράδυ μπορούσατε να έρθετε για ένα κρασί σ’ αυτό το τραπέζι, ποιους θα καλούσατε για να σας συντροφέψουν;
Θα προσκαλούσα ιδιαίτερα τον Αρη Αλεξάνδρου, είναι η πιο τραγική ψυχή της σύγχρονης λογοτεχνίας μας. Τραγικότερη ίσως και από αυτήν του Καρυωτάκη.
Κι έπειτα, ας έρχονταν στην παρέα ο Δημήτρης Χατζής, ο Τάσος Λειβαδίτης...
Ξέρω ότι και να καλούσα τον Παπαδιαμάντη, εκείνος θα έμενε άφαντος, ίσως άφαντος να έμενε και ο οξυνούστερος των κριτικών μας, ο Τέλλος Αγρας.
● Θα θέλατε και κάποιον από τους συγγενείς σας;
Είναι περίεργο, αλλά τελευταία το σκεφτόμουν αυτό. Ξέρετε, συμφιλιώθηκα με τη μητέρα μου μόνο όταν την είδα νεκρή.
Συμφιλιώθηκα με τα χρόνια της άγριας και ακατάδεχτης εφηβείας μου, όταν εκείνη ερχόταν διαρκώς μπροστά μου, εμποδίζοντάς με.
Αυτό που ήταν απολύτως λυτρωτικό για μένα, για τις αβυσσαλέες διαφορές μας, ήταν η εικόνα της, όταν την έγδυσαν μπροστά μου από το γραφείο τελετών. Πρώτη φορά την έβλεπα γυμνή.
Οτιδήποτε υπήρξε στο παρελθόν, οι αντιπαλότητές μας που την κράτησαν απόμακρη σ’ όλη της τη ζωή, έλιωσαν και χάθηκαν μέσα σ’ εκείνη την οριακή εικόνα.
Δεν έκλαψα με τον θάνατό της, αλλά ούτε κι όταν πέθανε ο πατέρας μου έκλαψα. Οταν πέθανε δεν ήμουν εδώ. Μου έστειλε η μητέρα μου ένα τηλεγράφημα να έρθω για την κηδεία, όμως βρισκόμουν πολύ μακριά, δεν προλάβαινα.
Τον έκλαψα αργότερα, εντελώς ξαφνικά, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος, έπειτα από ένα μήνα ή και περισσότερο, ενώ καθόμουν στο δωμάτιο ενός οικοτροφείου.
Έντυπη έκδοση // http://www.efsyn.gr/arthro/i-diakomodisi-einai-i-ypertati-kritiki-praxi