~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
...........................................................*ειδήσεις, νέα και ρεπορτάζ από τον χώρο της λογοτεχνίας
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Αρχείο Καβάφη

Αρχείο Καβάφη
Η ηλεκτρονική έκδοση του Αρχείου Καβάφη είναι έργο του Σπουδαστηρίου και ιδιοκτησία του Ιδρύματος Ωνάση. Περιλαμβάνει όλα τα έργα του ποιητή και πλούσιο ανέκδοτο υλικό, όπως αυτό προκύπτει από την συνεχιζόμενη μελέτη του Αρχείου του. Περιλαμβάνει επίσης γενικές πληροφορίες για τον Καβάφη, αλλά και ειδικότερες για την πρόσληψη και απήχηση της Καβαφικής ποίησης παγκοσμίως.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Τα «Δεκαοχτώ Κείμενα», ο Φούριο ντ’ Ορσος και ο Μπόρχες στην Ελλάδα

  Συγγραφείς, εκδόσεις, λογοτεχνία   

γράφει ο Αριστοτέλης Σαΐνης*


«Βίβα Βολιγουάη!», Ρόδης Ρούφος

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους (πρέπει να) θυμόμαστε εκείνη τη σπάνια «συμπαράταξη αριστερών και δεξιών διανοούμενων» που οδήγησε, το καυτό καλοκαίρι του 1970, στην κορυφαία αντιδικτατορική έκδοση των «Δεκαοχτώ Κειμένων»: κατ’ αρχάς η αδιαμφισβήτητη ποιότητα των κειμένων και η ομορφιά της λίστας των συμμετοχών από όλο το φάσμα του δημοκρατικού τόξου, έπειτα η απουσία ανάλογων συλλογικών παρεμβάσεων σε άλλες κρίσιμες στιγμές της πολιτικής μας ιστορίας, ακόμα και αν κατανοεί κανείς τις δυσκολίες (την πλήρη απουσία φιλελεύθερων σε επαφή με την κοινωνία στο δεξιό στρατόπεδο και το από καιρό «ξέφραγο αμπέλι» της αριστεράς).
Σήμερα, ωστόσο, σκέφτομαι να προσθέσω έναν ακόμα λόγο, καθώς κάποια κείμενα του τόμου φαίνεται να συνδέονται με την αχαρτογράφητη ακόμα ελληνική πρόσληψη του πιο επιδραστικού συγγραφέα του 20ού αιώνα, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, αποτελεί θέμα μελέτης του γράφοντος.
Είναι γνωστό ότι η μετάφραση από τον Αρη Δικταίο, το 1947, νεανικού ποιήματος του Giorgio Luigi Borges (sic!) αποτελεί την πρώτη (διαμεσολαβημένη από ιταλική πηγή) επαφή του Μπόρχες με την ελληνική γλώσσα και η παρείσφρηση μπορχεσιανών αναφορών (1964, 1967) σε σεφερικά κείμενα την πρώτη χρήση μπορχεσιανών επιχειρημάτων σε ελληνικά δοκίμια, ενώ η δημοσίευση της «Συντεχνίας» (Κέδρος, 1976) του Νάσου Βαγενά, που σηματοδοτεί την επίσημη εισαγωγή του ύφους του Μπόρχες στην ελληνική πεζογραφία, συμπίπτει με την κορύφωση της αυξανόμενης μεταφραστικής δραστηριότητας τη δεκαετία 1964-1974 (από τις μεταφράσεις κειμένων του Μπόρχες από τον Νάνο Βαλαωρίτη και τον Γ. Δ. Χουρμουζιάδη μέχρι τις πρώτες συγκεντρωτικές εκδόσεις).


Αν, μάλιστα, συνυπολογίσουμε ότι από το τρίπτυχο των κειμένων που αποτελούν τη «Συντεχνία», μόνο το τρίτο, ο «Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση του “Ιλίγγου”», πρωτοδημοσιεύτηκε στη συλλογή, αφού το «Μενέλαος Σοϊλελμετζίδης (1894-1965)» είχε δημοσιευτεί το 1974 και το «Ο Πάτροκλος Γιατράς ή Οι ελληνικές μεταφράσεις της “Ερημης Χώρας”» ένα χρόνο πριν, η επίσημη εισαγωγή του Μπόρχες στην ελληνική δημιουργική πεζογραφία γίνεται με το πιο εντυπωσιακό είδος της πεζογραφίας του, το φανταστικό δοκίμιο ή ψευδοδοκίμιο, τον Αύγουστο του 1973, και ο Πάτροκλος Γιατράς αναγορεύεται δικαίως ο πατριάρχης μιας μακράς σειράς επιφανών διαδόχων στην ελληνική πεζογραφία.
Κάποιες απόπειρες μεταφοράς του ύφους του Μπόρχες στην ελληνική πεζογραφία της ίδιας πάνω κάτω εποχής δεν είναι άμοιρες ενδιαφέροντος. Ακόμα και αν δεν καταφέρνουν να αναχθούν στο επίπεδο της πραγματικής μίμησης, απηχούν ένα αδιόρατο «μπορχεσιανό» κλίμα.

~~~~~~~

«Χρειάστηκε να επιβληθεί πρώτα στο εξωτερικό η δόξα αυτή των νεοελληνικών γραμμάτων για να την ανακαλύψουν αργότερα, με τη συνηθισμένη καθυστέρηση, οι συμπατριώτες του» διαβάζουμε στην πρώτη παράγραφο του «Μια ελληνική δόξα», ψευδοκριτικού αφηγήματος του Ρόδη Ρούφου (1924-1972) που είχε κυκλοφορήσει πολυγραφημένο μεταξύ φίλων το 1966 (αντίτυπο εντοπίζεται και στο Αρχείο Σεφέρη, στη Γεννάδειο) και περιελήφθη στη μεταθανάτια έκδοση «Επιλογή. Λογοτεχνικά Κείμενα» (Κέδρος, Οκτώβριος 1973). Πρόκειται, σύμφωνα με παραπειστική υποσημείωση, για απόσπασμα από το δοκίμιο «El mas grande des los Griegos» του Μπόρχες, εξολοκλήρου αφιερωμένο στο «τιτάνειο φαινόμενο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας» με το όνομα Αρκάς Ροχαλίας (1927-1961).
Απ’ όσο γνωρίζω, το κείμενο σχολιάστηκε από την κριτική μόνο μετά την έκδοση της «Συντεχνίας», ενώ η σατιρική διάσταση του Ρούφου απουσιάζει τόσο από την ανθολόγηση του Σοκόλη όσο και από το πρόσφατο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» (τχ. 1.856, Δεκέμβριος 2012). Πρόκειται, ωστόσο, για την πρώτη αναφορά στον Μπόρχες εντός ελληνικού μυθοπλαστικού κειμένου.
Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς μιλά για σάτιρα με «κύριο στόχο του τα νεοελληνικά πνευματικά πράγματα και κάποια παρακμιακά φαινόμενα που παρατηρούνται στο δυτικοευρωπαϊκό πνευματικό ορίζοντα». Πράγματι το κείμενο αποτελεί καυστική σάτιρα των φιλολογικών ηθών της μεταπολεμικής Ελλάδας: από τις κριτικές διαμάχες μέχρι τη δεσπόζουσα ηθογραφική τάση της λογοτεχνίας που αβασάνιστα εξόκειλε ξαφνικά στη μίμηση των προοδευτικών τάσεων του αντιμυθιστορήματος.
Tο κείμενο για τον Ροχαλία φαίνεται, μάλιστα, να προκύπτει από σοβαρούς προβληματισμούς του δοκιμιογράφου Ρούφου. Και αναφέρομαι εδώ στο «Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου», που δημοσιεύεται στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Εποχές» και δίνει τον τίτλο στη συγκεντρωτική έκδοση των δοκιμίων του Ρούφου (Ικαρος 1971, Εστία 2018). Ο Θ. Δ. Φραγκόπουλος γράφει σχετικά με το δοκίμιο: «Ουσιαστικά πρόκειται για μια μάχη εναντίον του εκβαρβαρισμού – στην πολιτική, στην τέχνη, στον ιδιωτικό ή δημόσιο βίο» («Κτέρισμα για τον Ρόδη», Αστρολάβος/Ευθύνη, 46, 1990, σσ. 36-37). Ενώ η Αριέττα Ρ. Ρούφου, που προλογίζει την έκδοση του 1973, σημειώνει: «Η “Ελληνική δόξα” είναι γραμμένη παράλληλα σχεδόν με το δοκίμιο οι “Μεταμορφώσεις του Αλάριχου” και αποτελεί τη σατιρική του γελοιογραφία: ο ήρωάς της αντιστρέφει τον Αλάριχο (ακόμη και το όνομα Ροχαλίας αναγραμματίζει το όνομα Αλάριχος) και τον παρωδεί ως πρωτόγονο ψυχολογικό αντικαθρέφτισμά του.
Πρόθεση του κειμένου ήταν να σατιρίσει τον πνευματικό σνομπισμό που εκστασιάζεται μπροστά σε εκδηλώσεις πλαστού αυθορμητισμού και πρωτογονισμού, οι οποίες μοιάζει να οδηγούν στις “γνήσιες λαϊκές ρίζες”, ενώ στην πραγματικότητα ευνοούν την επιβράβευση της ημιμάθειας και της ανοησίας. Πλάι στον υπαρκτό και απόλυτα σεβαστό Borges παρελαύνουν, στις σημειώσεις του κειμένου, πλασματικοί σχολιαστές του Ροχαλία, που τα ονόματα όλων αποτελούν αναγραμματισμούς του Αλάριχου».
Αρκεί η παράθεση τίτλων της ποιητικής («Τα ντέρτια», «Τα ρετσινόλαδα», «Ντεκέδες») ή πεζογραφικής παραγωγής («Τα ζουμιά του Βαγγέλη Λέρα») του Ροχαλία για να καταλάβει κανείς το πνεύμα της σάτιρας. Θα μείνω μόνο στη θεατρική «Βαρβατίλα», που παραπέμπει ολοφάνερα στη «Μυρωδιά» του ίδιου του Ρούφου.
Στην «Επιλογή» περιλαμβάνονται δύο εμφανώς αλληγορικά έργα με αυτό τον τίτλο: ένα διήγημα και ένα θεατρικό που απλώνει τον διηγηματικό πυρήνα σε τρεις πράξεις. Και στα δύο ο Ρούφος περιγράφει τις τραγελαφικές καταστάσεις που προκαλούνται από μια περίεργη δυσοσμία (το καθεστώς ονομάζει ευοσμία) που έχει καταλάβει τον αέρα ενός χωριού. Στην πεζογραφική εκδοχή ο Ρούφος κρατά τη θέση του μεταφραστή, και στον «Πρόλογό» του αποδίδει το διήγημα στον Βολιγουανό συγγραφέα, Φούριο ντ’ Ορσος! Προφανής ο αναγραμματισμός του ονόματος, ολοφάνερη η παραπομπή σε βιβλία του Ρούφου (π.χ. το «Candidato para una Cruzada» είναι το «Χρονικό μιας σταυροφορίας»), διασκεδαστικές οι αναφορές στην ανύπαρκτη «Ιστορία της Ισπανόφωνης Λογοτεχνίας» του φανταστικού T. D. Franquito (= Θ. Δ. Φραγκόπουλος), ο οποίος χαρακτηρίζει τον ντ’ Ορσος «λιγότερο λογοτέχνη παρά μαχητή», αλλά και στις περίφημες «Ficciones» του Μπόρχες ο οποίος χαρακτηρίζει τον Βολιγουανό ως τον κατεξοχήν «μεταφυσικό» που, χρησιμοποιώντας κοινωνικά σύμβολα, διερευνά φιλοσοφικά και θεολογικά προβλήματα. Για παράδειγμα, ακόμα κι αν, σε πρώτο επίπεδο, η μυρωδιά συμβολίζει την κοινωνική καταπίεση, δεν θα ήταν άστοχη η ερμηνεία που θα έβλεπε κάποια «υπερφυσική τιμωρία» από το χέρι ενός «άσπλαχνου “Δημιουργού”», όπως εκείνον που στοχάστηκαν οι Γνωστικοί…
«Η μυρωδιά» είναι ένα από τα διηγήματα που, σύμφωνα με τον Φραγκόπουλο, «αφορούν στην εποχή της χούντας – αλλά και πάλι με τον έμμεσο, “μπορχεσιανό” τρόπο» και βρίσκεται στην αφετηρία της μυθολογίας της Βολιγουάης (σύνθετο της Βολιβίας και της Παραγουάης), αυτής της φανταστικής χώρας της Λατινικής Αμερικής με τα χαρακτηριστικά της υποανάπτυκτης καταπιεσμένης Ελλάδας των συνταγματαρχών στην οποία τοποθέτησε ο «πολιτικός» Ρούφος την υπόθεση αρκετών κειμένων του: από την ίδια τη «Μυρωδιά» και το διήγημα «Επί 30» μέχρι το σχεδίασμα του σατιρικού του μυθιστορήματος «Βίβα Βολιγουάη» και, φυσικά, τον «Υποψήφιο» που πρωτοδημοσιεύει το 1970, στα «Δεκαοχτώ Κείμενα».


Μια χαρτογράφηση της Βολιγουάης δεν πρέπει να αγνοήσει τρία διηγήματα που δημοσιεύονται επίσης στα «Δεκαοχτώ Κείμενα»· γιατί το παράδειγμα του Ρούφου να μιλήσει για την Ελλάδα χρησιμοποιώντας ως σκηνικό φόντο μιαν ανύπαρκτη μπανανία της Λατινικής Αμερικής φαίνεται ότι το ακολούθησε στον ίδιο τόμο όχι μόνο ο μυημένος (και συνδημιουργός της σχετικής μυθολογίας) Φραγκόπουλος, αλλά τόσο η Καίη Τσιτσέλη όσο και ο πρωτεργάτης της έκδοσης, Στρατής Τσίρκας, που ανοίγει τη συλλογή με το τελευταίο του διήγημα. Σύμφωνα πάλι με μαρτυρία του Φραγκόπουλου, τόσο η οδός Ναυάρχου Πέρες και η Πλατεία Μπολίβαρ στην «Αλλαξοκαιριά» του Τσίρκα, όσο και η Λεωφόρος Προόδου και η Πλατεία Ηρώων που διασχίζουν οι χαρακτήρες του «Μικρού διαλόγου» της Καίης Τσιτσέλη, αλλά και οι οδοδείκτες στο «Ελ Προκοραδόρ» του Φραγκόπουλου, πρέπει να τοποθετηθούν στην ανύπαρκτη Αννουσιανσιόν, πρωτεύουσα της ανυπόστατης Βολιγουάης και πατρίδα του εκτοπλασματικού Φούριο ντ’ Ορσος.
Φαίνεται πως ο Ρούφος, αρκετά πρώιμα (1966/1973), υιοθετεί μπορχεσιανούς τρόπους για να σατιρίσει τη φιλολογική κατάσταση, και γρήγορα χρησιμοποιεί σε μυθοπλαστικά συμφραζόμενα τον «έμμεσο μπορχεσιανό τρόπο» για να μιλήσει καλυμμένα για την πολιτική κατάσταση της Ελλάδας.
Είναι ενδεικτικό της έλξης που ασκεί η πεζογραφία του Μπόρχες το ότι ο «αριστερός Πιερ Μενάρ» του Βαγενά, κατά τη διατύπωση της Αλεξάνδρας Σαμουήλ, που πρωτοδημοσιεύεται δύο μόλις μήνες πριν από την επίσημη κυκλοφορία του «Αρκά Ροχαλία» του Ρούφου, προκύπτει με παρόμοιο τρόπο. Στην αφετηρία ο ενθουσιασμός μετά την επαφή με τον Μπόρχες, στην πορεία η κυριαρχία της περιρρέουσας ατμόσφαιρας: «Επεδίωκα συνειδητά να γράψω μπορχεσιανού τύπου διηγήματα με πολιτικό περιεχόμενο» λέει ο Βαγενάς σε συνέντευξή του, ακόμα και αν στη δική του περίπτωση η πολιτική διάσταση απορροφάται από τη βασική θεματική ενός ψευδοδοκιμίου για τις σχέσεις λογοτεχνίας και πραγματικότητας.
Ισως η διαφορά ανάμεσα στα δύο κείμενα να είναι αυτή της εκλεπτυσμένης παρωδίας από τη χοντροκομμένη σάτιρα. Αν, λοιπόν, ο «παρωδός» Πάτροκλος Γιατράς θεωρηθεί ο γενάρχης της ελληνικής γραμμής των αφανών απογόνων του Πιερ Μενάρ, τότε ο «σατιρικός» Αρκάς Ροχαλίας πρέπει να θεωρηθεί αρχηγέτης των Ελλήνων απογόνων του Σεσάρ Παλαδιόν τού Μπούστος Ντομέκ. Και να οι δύο ειδολογικές γραμμές, μία παρωδιακή και μία σατιρική, που διασχίζουν την ελληνική πεζογραφία καθώς αυτή εξακολουθεί να συνομιλεί με το ανυπέρβλητο παράδειγμα, τους δραστικούς «τρόπους», τα τεχνάσματα και το ύφος του μεγάλου Αργεντινού.
Νομίζω ότι το πολιτικό αυτό στοιχείο διαφοροποιεί την πρώιμη ελληνική πρόσληψη του Μπόρχες από την αντίστοιχη σε άλλες γραμματολογίες. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν στη βαθιά ανθρωπολογική και πολιτική διάσταση του έργου του Μπόρχες, παρά τις συγγνωστές παραλείψεις και τις περίεργες δηλώσεις του. Είναι επίσης αλήθεια ότι συνήθως η μπορχεσιανή κριτική εμμένει στη μη πραγματική διάσταση του έργου του, ακόμα κι αν αυτό παραμένει αγκιστρωμένο στην πιο πραγματική πραγματικότητα, όπως αποδεικνύουν πρόσφατες μελέτες.
Οπως και να ’χει, υπάρχει μια μπορχεσιανή λύση στο παράλογο αυτό, που αφήνει ικανοποιημένους όλους… Οταν, τον Μάρτιο του 1982, η Αμαλία Παππά μεταφράζει τον «Πρόλογο στο Μισάνοιχτο ρόδο» του Μπόρχες για το όγδοο τεύχος του «Ωλήνα» του Ηλία Λάγιου, η έκδοση του περιοδικού προσθέτει την ακόλουθη σημείωση: «Το κείμενο αυτό δεν γράφτηκε από τον Borges –υμνητή του Πινοσέτ–, γραφιά νεκρό. Ισως το έγραψε –όπως θα έλεγε και ο ίδιος– “ο άλλος Borges”».


http://www.efsyn.gr/arthro/ta-dekaohto-keimena-o-foyrio-nt-orsos-kai-o-mporhes-stin-ellada
Επιμέλεια κειμένου: Μισέλ Φάις

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ - ο πρωτοπόρος του υπερρεαλισμού που έφυγε το 1975

 Giota Fiorentinou 
ΠΕΙΡΑΙΑΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ - ο πρωτοπόρος του υπερρεαλισμού που έφυγε το 1975
             
             "Θα περιμένουμε”

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο μας με το πολύτιμο φορτίο
Το τραίνο μιας άλλης ώρας
Μιας άλλης χώρας που σύνορα δεν έχει.

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο που δεν μπορεί μια και ξεκίνησε να σταματήσει
Τώρα σε σήραγγα μπορεί να βρίσκεται
Μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολο βουνό
Ίσως σε κάμπο με πλημμύρα
Σε τόπο που νά’ ναι μεσημέρι
Ή σ’ άλλον που νά’ ναι βράδυ
Μα θα περάσει.

Κι εμείς θα περιμένουμε
Γιατί δεν είναι δυνατό να δεσμευθεί
Δεν είναι δυνατόν να σπάσει
Να κουραστεί σε στέππες και σε πάμπες
Και σ’ επικίνδυνες ανηφοριές
Το τραίνο μας, που σίγουρα θα φτάσει.

Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.


Το 1935, ο Εμπειρίκος, συνεπής με τις ιδέες του, παραιτείται από τη διευθυντική θέση που κατείχε στο ναυπηγείο του πατέρα του. Μπροστά στο ξέσπασμα απεργιακών αγώνων, θα γίνει αποστάτης της τάξης του, μην αντέχοντας «την κοινωνική ψευτιά και αδικία». Έκτοτε θα αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία και την ψυχανάλυση.
Για τη ρήξη με τον πατέρα του και την πράξη αλληλεγγύης προς τους απεργούς εργάτες, πληροφορούμαστε χάρη σε 33 επιστολές του Ανδρέα Εμπειρίκου (επιλεγμένες ανάμεσα από 120 και συγκεντρωμένες στην έκδοση «Γράμματα στον πατέρα, τον αδελφό του Μαράκη και την μητέρα 1921-1935»), οι οποίες αποτελούν μέρος αρχειακού υλικού που βρέθηκε αναπάντεχα σε παραπεταμένες βαλίτσες της μητέρας του.
«Μας χωρίζουν διαφορετικές νοοτροπίες, αντιλήψεις, ιδέες και αρχές και ορισμένα γεγονότα που άφησαν ίχνη ανεξίτηλα στην ψυχή μου (...) Λοιπόν, αντί να ξαναμπώ στις δουλειές σου παραιτούμαι απ όλες πέρα για πέρα και σου αφήνω γεια».
Ολόκληρο το έργο του, είναι μια σύγκρουση με την κυρίαρχη-συντηρητική ιδεολογία της εποχής του. Αιρετικό, προκλητικό και ανατρεπτικό.

«Είμαστε τα εργοστάσια της ζωής
αφού είμαστε τα εργοστάσια των ερώτων»

(Από το «Είμαστε τα εργοστάσια της ζωής»)

https://www.youtube.com/watch?v=U4J18BlM0C4

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018

Αφιέρωμα του Αρχείου της ΕΡΤ, «Τέχνη και πολιτισμός: Γιώργος Σεφέρης – 20 χρόνια μετά»

γράφει ο  Σωτήρης Μανιάτης

Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971 έφευγε από κοντά μας ο Γεώργιος Σεφέρης, ο πρώτος Έλληνας ποιητής που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας. Και καθώς συμπληρώνονται 47 χρόνια από το θάνατό του το Αρχείο της ΕΡΤ, τιμώντας τη μνήμη του, ψηφιοποίησε και ανέβασε στην ιστοσελίδα www.ert.gr την εκπομπή: «Τέχνη και πολιτισμός: Γιώργος Σεφέρης – 20 χρόνια μετά».
Πρόκειται για παραγωγή που προβλήθηκε το 1991, για τα 20 χρόνια από το θάνατό του σε σκηνοθεσία Θανάση Νέτα. Για τον Γιώργο Σεφέρη και το έργο του μιλά ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ποιητής και βιβλιογράφος, τονίζοντας μεταξύ άλλων: «Είχε ένα όραμα για τον ελληνισμό, για την ποίηση, για τον άνθρωπο, για τη ζωή. Αυτό το όραμα το έχουν μόνο οι μεγάλοι ποιητές. Και το εξέφρασε με τέτοια γλώσσα, που νομίζω, ελάχιστες φορές έχει ακουστεί στον αιώνα μας». Πληροφορίες για το έργο του Γ. Σεφέρη δίνει και ο ποιητής Θανάσης Κωσταβάρας που τονίζει:.«Ο Σεφέρης, μένοντας πίσω από την τύρβη των διαφόρων ρευμάτων, των διαφόρων κινημάτων, των γεγονότων ακόμα, ως ένας σοφός παρατηρητής, μετέχει στον ιστορικό, στον κοινωνικό, στον αισθητικό προβληματισμό, γι’ αυτό είναι πάντα σύγχρονος. Ο Σεφέρης είναι πάντα παρών». Και ο ποιητής και κριτικός Κώστας Παπαγεωργίου, αναφερόμενος στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, επισημαίνει: «Είναι ίσως ο μόνος μοντέρνος πραγματικά ποιητής μας, που δεν απέρριψε το παρελθόν, που είδε την παράδοση σαν έναν ζωντανό οργανισμό, πάντα ανοιχτό και πάντα έτοιμο να δεχτεί στους κόλπους του αυτόν που τηρεί κάποιους βασικούς κανόνες, που πρωτίστως έχουν να κάνουν με την ειλικρίνεια και την ποιότητα. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι ο ίδιος πολύ νωρίς συνειδητοποίησε την υποχρέωση που βάρυνε τη γενιά του (την ποιητική γενιά του ’30), λέγοντας ότι αν η γενιά του Παλαμά καθιέρωσε τη δημοτική στην ποίηση, η δική του γενιά είχε το χρέος να βοηθήσει στην εμπέδωση της δημοτικής στον καθημερινό λόγο».
Στην εκπομπή ακούγεται ο Γιώργος Σεφέρης να απαγγέλλει ένα απόσπασμα από την «Κίχλη», καθώς και τα ποιήματά του «Ο δικός μας ήλιος» και «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά». Ακούγονται επίσης, η δήλωσή του κατά της χούντας το 1969 και η αναγγελία της βράβευσής του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, αποσπάσματα από τα «Επιφάνια» του Μίκη Θεοδωράκη, ενώ προβάλλεται σπάνιο φωτογραφικό υλικό από διάφορες δραστηριότητες του μεγάλου Έλληνα ποιητή. Η ΕΡΤ όμως διαθέτει και άλλη μια σημαντική ταινία για τον Γιώργο Σεφέρη που γυρίστηκε το 1980 και θα μπορούσε να ανεβάσει στο διαδίκτυο. Πρόκειται για την ταινία "Χρόνια από τη γέννηση του Γιώργου Σεφέρη" που έχει δημιουργήσει ο Γιώργος Σγουράκης, ο παραγωγός και του γνωστού μας "Μονογράμματος".
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Αν είμαι ποιητής, το οφείλω στον Σεφέρη
Η ουτοπία είναι δημιουργική

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (1922-1988), " ΚΑΝΤΑΤΑ" 1960

Dionisis Vitsos
ΑΘΗΝΑ


«“Αύριο”, λες,
και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
το πελώριο ποτέ.

Να ‘σαι τόσο πρόσκαιρος, και να κάνεις όνειρα
τόσο αιώνια!» 
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ(1922-1988), 
ΚΑΝΤΑΤΑ 1960

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

"ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΒΙΒΛΙΑ" του Ηλία Κεφάλα

Ηλίας Κεφάλας
ΤΡΙΚΑΛΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ
              ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΒΙΒΛΙΑ                  

Τα χρόνια περνούν και τα βιβλία στοιβάζονται σωρηδόν στα ράφια μας, στην αρχή με απαράμιλλη τάξη και στη συνέχεια κάτω από το βάρος της πληθώρας των εισερχομένων ανακατωμένα και στριμωγμένα. Και βέβαια όταν φεύγουμε από το βιβλιοπωλείο με 2-3 βιβλία στην μασχάλη μας σκεφτόμαστε πόσα αφήνουμε πίσω για λίγο ή για πάντα αδιάβαστα. Και να ήταν μόνον αυτά; Πόσα έχουμε αδιάβαστα ακόμα (ή ίσως για πάντα κι εδώ) στην δική μας οικιακή βιβλιοθήκη. Δεν θα τα προλάβουμε ποτέ όλα. 
Κάποτε έπεισα τον εαυτό μου να μην αγοράζει πεζογραφία για να προλαβαίνει να ενημερώνεται στο δοκίμιο και την ποίηση. Ατελέσφορο. Πολύ κακή ιδέα. Κάποτε αγόρασα βιβλία για διπλή φορά, επειδή δεν θυμόμουν ότι τα είχα διαβάσει. Κάποτε αγόρασα βιβλία για διπλή φορά επειδή τα ήθελα και σε νεότερη έκδοση. Μα δεν υπάρχει τέλος σ' αυτήν την αναζήτηση. 
Θα χαθούμε μέσα στα βιβλία. Όπως, εντελώς κατά τύχη, ο πατέρας μου, που ένα θερινό καλοκαίρι είχε όρεξη να διαβάσει ποίηση. Τράβηξε από το ράφι το βιβλίο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου "Ο κύκλος των ζωδίων" και διαβάζοντάς το έκλεισε τα μάτια του για πάντα. Το βιβλίο έμεινε μισάνοιχτο πάνω στο πρόσωπό του. Όταν το πήρα στα χέρια μου είδα ότι ο αντίχειρας του απελθόντος έδειχνε τον στίχο: "Θα πλαγιάσουμε σε τούτη τη γης ανάμεσα σε δυο φύλλα βιβλίου". Είθε.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906 - 1994)

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906-1994)

Το εργαστήριο του καλλιτέχνη, 1960
Ο γοητευτικός αυτός πίνακας, ζωγραφισμένος με τη γνωστή μετακυβιστική τεχνοτροπία του Γκίκα, μας εισάγει στον κόσμο του καλλιτέχνη, στο εργαστήριό του. Αν προσέξουμε, θα αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε μέσα σε αυτό το πυκνοδομημένο παζλ πολλά έπιπλα και αντικείμενα που μοιάζουν να χάνονται μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο χρωμάτων. Δεν δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε το πτυσσόμενο τραπεζάκι με τα πινέλα και τα άλλα σύνεργα της ζωγραφικής, τα καβαλέτα με τους χαρακτηριστικούς πίνακες ακουμπισμένους επάνω, την ψάθινη καρέκλα και την πολυθρόνα, ένα σκαμνί, όπου ξετυλίγεται ένα ειλητάριο σαν κινέζικη ζωγραφιά, ενώ στο βάθος ανοίγονται οξυκόρυφα παράθυρα. Δεν υπάρχει πουθενά κενό. Όλη η επιφάνεια είναι πυκνοϋφασμένη σαν τοιχοτάπητας. Κάθε «ψηφίδα» αυτού του χρωματικού παζλ δεν ζωγραφίζεται με ενιαίο πλακάτο χρώμα, αλλά πλάθεται με το σεζανικό σύστημα, δηλαδή με διαρκώς εναλλασσόμενους μετατονισμούς. 
Παρόλα αυτά, κάθε επιφάνεια έχει μια χρωματική δεσπόζουσα. Κυριαρχούν τα μαβιά, τα γαλάζια, τα πράσινα. Σε αυτή τη σειρά με τα "Εργαστήρια", ο Γκίκας εμπνέεται από μια ανάλογη ομάδα έργων που είχε φιλοτεχνήσει ο Πικάσο λίγα χρόνια πριν, όταν είχε αγοράσει τη Βίλα Καλιφόρνια στις Κάννες. Ονομάζονται και αυτοί οι πίνακες "Εργαστήρια".
Εκτίθεται, Εθνική Πινακοθήκη, Άλσος Ελληνικού Στρατου, Γουδή

~~~~~~~~~~~


The Studio, 1960
Made in our familiar Ghika`s post-cubist style, this fascinating painting introduces us to the artist`s world, his studio. Looking closely at this densely structured puzzle, one gradually makes out several pieces of furniture and other objects that seem lost in a kaleidoscope of colours. It is not difficult to locate a folding table with brushes and other painting tools, easels with characteristic paintings on them, the straw chair and easy chair, a stool on which a papyrus roll is unfolding like a Chinese painting, while arched windows open in the background. 
There is no void anywhere. The entire surface is densely woven like a tapestry. Instead of being painted with unified, solid paint, each "tessera" in this colourful puzzle is moulded according to Cezanne`s system, that is, in constantly changing tones. Nevertheless, there is a dominant colour for each surface. Purple, sky blue, green prevail. In this studio series, Ghika is inspired by a similar series of works, made by Picasso a few years before, when he had purchased the Villa California in Cannes. His paintings are also entitled "Studios.
On view, National Gallery, Hellenic Army Park, Goudi

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018

«Το Τρίτο Στεφάνι από το Τρίτο πρόγραμμα»

Dionisis Vitsos
ΑΘΗΝΑ


«Είμαστε στο 1978, ο Χατζιδάκις είναι διευθυντής του Τρίτου, καθόμαστε στον Μαγεμένο Αυλό, είμαι 23 χρονών και νιώθω ένα κόμπο στο στομάχι, τα χέρια μου να ιδρώνουν και την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. «Το Τρίτο Στεφάνι από το Τρίτο πρόγραμμα» λέει στοχαστικά. «Δεν είναι άσχημη ιδέα. Και ποιος θα κάνει τη Νίνα και την Εκάβη;» «Η Μελίνα Μερκούρη και η Δέσπω Διαμαντίδου». Ο Μάνος σκοτεινιάζει. «Με τη Μελίνα δεν μιλιόμαστε και με τον Ταχτσή ο Θεός να σε φυλάει. Τέλος πάντων, θα το κάνουμε με έναν όρο: δεν θα με μπλέξεις στις συνεννοήσεις. Ό,τι κάνεις θα το κάνεις μόνος σου» είπε και ξανάρχισε τα ταχυδακτυλουργικά με τη σοκολατίνα και το κουταλάκι του εσπρέσο…”
~~~
«Οδός Σαρανταπήχου στον περιφερειακό του Λυκαβηττού. Μου ανοίγει ο ίδιος ο Ταχτσής. Φοράει μια ρομπ ντε σαμπρ, είναι αξύριστος, στα βλέφαρά του υπάρχουν σημάδια αποτυχημένης πλαστικής, είναι πολύ φιλικός, σχεδόν γλυκός, καμία σχέση με την τρελή που μου έλεγαν ότι θα συναντήσω. Μόνο η φωνή, στριγκή και πνιγμένη, σα να τον έχει πιάσει κάποιος από το λαιμό, φανερώνει έναν άνθρωπο γεμάτο πάθος και πάθη. «Βρε αγόρι μου, είσαι τόσο νέος, τόσο αθώος, πώς θα τα βγάλεις πέρα με όλα αυτά τα τέρατα; Η Μελίνα νομίζεις ότι θα δεχτεί; Είμαστε τσακωμένοι από τη Νέα Υόρκη και δεν μιλιόμαστε. Άσε που έχει αξάν στη φωνή που δεν ταιριάζει στη Νίνα. Αυτούς τους ρόλους θα έπρεπε να τους είχαν παίξει η Κοτοπούλη και η Παξινού. Τέλος πάντων, εγώ σου δίνω την άδεια και κάνε ό,τι νομίζεις». Κώστας Ταχτσής. Έχει πάει αργά, του δίνω το τηλέφωνό μου, του δίνω και του Χατζιδάκι, με πάει ως την έξοδο, έχει πιει, έχει γλυκάνει, τα μάτια του είναι συννεφιασμένα, «θα βγεις τώρα να διασκεδάσεις;» με ρωτάει μ’ αγωνία. «Όχι, πάω σπίτι να κοιμηθώ» του λέω ψέματα. «Αχ, αν ήμουνα στην ηλικία σου, κώλο δεν θα έβαζα κάτω» λέει αναστενάζοντας. Βγαίνω και πηγαίνω στη Διάπλαση των Παίδων, ένα μπαρ της εποχής. Με περιμένει ο Δημήτρης Λέκκας, που θα κάνει τη μουσική επιμέλεια. Του λέω τα ευχάριστα νέα, πίνουμε και γυρίζουμε σπίτι μεθυσμένοι”.... 
~~~
«Της λέω ότι έχει χαιρετίσματα από τον Χατζιδάκι (ψέματα), από τον Ταχτσή (ψέματα) και πως και οι δυο συμφωνούν πως είναι η ιδανική Νίνα (ψέματα). «Ο Μάααανος! Τον λατρεεεεύω για τη μουσική του και τον σιχαιαιαιαίνομαι για τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Όσο για το «Τρίτο στεφάνι», ο Κώστας έχει γράψει ένα αριστούουουουργημα, ο ρόλος μου πάει πάαααρα πολύ, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να τον παίξω». Μου εξηγεί ότι έχει ξεκινήσει αγώνα να μην πληρώνουμε το τέλος της ΕΡΤ στο λογαριασμό της ΔΕΗ και πως θα ήταν ανάρμοστο, όσο κρατούσε ο αγώνας, να παίζει συγχρόνως σε ένα κρατικό ραδιόφωνο. «Κι εσύ, νέος άνθρωπος, τι κάθεσαι και συνεργάζεσαι με την αντίδραση;» μου λέει αυστηρά. «Τουλάχιστον έχω τη Δέσπω Διαμαντίδου για την Εκάβη» σκέφτομαι. Σαν να μάντεψε τη σκέψη μου, η Μελίνα γυρνάει και μου λέει: «Μιλάγαμε και με τη Δέσπω πριν από λίγο και μου έλεγε πως αν δεν το κάνω εγώ δεν θα το κάνει ούτε κι αυτή. Γι’ αυτό σου λέω, περίμενε λίγο».... 
~~~
Δεν μπορώ να περιμένω ούτε λεπτό. Φιλάω τα χέρια της θεάς και βγαίνω ντουβρουτζιασμένος στην Αναγνωστοπούλου. Παίρνω την Πανεπιστημίου και αρχινάω να κατεβαίνω προς Ομόνοια. Έξω από το Rex βλέπω μια επιγραφή με τεράστια γράμματα: Ρένα Βλαχοπούλου. ... 
«Τι περίεργο, και ο Μιχάλης Κακογιάννης μου είχε μιλήσει για το “Τρίτο στεφάνι”. Ήθελε να το κάνουμε ταινία. Μα τόσο ωραίο βιβλίο είναι;» με ρωτάει η Ρένα Βλαχοπούλου. «Δεν το έχετε διαβάσει;» Η Ρένα γελάει. «Εδώ δεν διαβάζω τους ρόλους μου, αγάπη μου. Θα κάθομαι να διαβάζω βιβλία; Ο Ταχτσής τι κάνει; Είναι πάντα αδελφή προϊσταμένη;» «Πάντα, πάντα. Και θέλει πολύ να παίξετε τη Νίνα (ψέματα), το ίδιο και ο Χατζιδάκις (ψέματα). Περισσότερο απ’ όλους όμως το θέλω εγώ (ψέματα και αλήθεια), γιατί πιστεύω ότι μπορείτε να παίξετε τέλεια ένα δραματικό ρόλο. «Σοβαρά; Άι στο διάολο, δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Τέλος πάντων, αφού είναι να το διαβάζω και για το χατήρι του Μάνου, θα το κάνω!» Της αφήνω το βιβλίο και φεύγω πανευτυχής που δέχτηκε και προβληματισμένος για το ποια θα κάνει την Εκάβη.... 
~~~
Σκέφτηκα τη Γεωργία Βασιλειάδου. «Μα, βρε Γιώργο, δυο κωμικές να κάνουν αυτούς τους ρόλους. Είναι υπερβολικό, γαμώτο» γκρινιάζει ο Ταχτσής. Εγώ ωστόσο πάω και τη βρίσκω στο σπίτι της στο Μαρούσι. «Είμαι άρρωστη» μου λέει. «Ήμουνα μέσα σε ένα ταξί και κράταγα ένα ρολόι τοίχου. Τρακάραμε με ένα άλλο αμάξι και από τη σύγκρουση το ρολόι τοίχου έγινε ρολόι χειρός». Γελάω και της λέω για το «Τρίτο στεφάνι».... «Το έχω διαβάσει» μου απαντάει σκεπτική. «Έχει μέσα πολλές ανωμαλίες και προστυχόλογα, δεν ξέρω αν μπορώ να τα πω». Τελικά την πείθω να κάνουμε ένα δοκιμαστικό. Την ημέρα του δοκιμαστικού έρχεται ντυμένη με χοντρά ρούχα. «Με χτίσανε, αγόρι μου, για να έρθω. Εφτά πουλόβερ μου φορέσανε» λέει και μπαίνει με τη Ρένα μέσα στο στούντιο. Το δοκιμαστικό είναι καταστροφή.... 
Η Βασιλειάδου χάνει τις σειρές, μπερδεύεται, μπαίνει απότομα στα κολλήματα, χάλια, χάλια. Έχει έρθει και ο Ταχτσής και μόλις φεύγει η Βασιλειάδου ξεσπάει, βάζει τις φωνές και μου λέει ξεκάθαρα πως αν παίξει αυτή το ρόλο δεν θα μου δώσει την άδεια. Η Ρένα, κουρέλι: «Μην την ξαναφέρεις, βρε πουλάκι μου, τη βλέπω και ραγίζει η καρδιά μου». Συμφωνώ και γω μαζί τους. Την επομένη με παίρνει και η ίδια και μου λέει πως δεν θα παίξει...
~~~
Η Σμάρω Στεφανίδου, στο σπίτι της, σκύβει ναζιάρικα και μου ρίχνει παγάκια-καρδούλες μέσα στο ουίσκι μου. Πριν από λίγο καιρό έχει παίξει συγκλονιστικά την Εκάβη στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Τσαρούχη. Πώς δεν την είχα σκεφτεί από την αρχή; Είχα κολλήσει στο δίδυμο Μελίνα-Δέσπω. Την άκουγα να μου μιλάει και τη φανταζόμουν σαν Εκάβη. Θα ήταν καταπληκτική!... 
~~~
Στις ηχογραφήσεις η Ρένα έρχεται πάντα αδιάβαστη. Συνηθισμένη να αυτοσχεδιάζει, όπου μπερδεύεται ή χάνει τη σειρά χώνει ένα «μάλιστα, μάλιστα!» ή ένα «κατάλαβες δηλαδή;», για να το σώσει. Πρέπει να την κόψω και να το ξαναπεί. Για να μην τη διακόψω εγώ που είμαι πιτσιρικάς, βάζω τον τεχνικό: «Να το πάμε άλλη μια φορά, κυρία Ρένα; Κάτι θέλει να διορθώσει ο σκηνοθέτης». Και η Ρένα: «Σκηνοθέτης είναι αυτός ή σκατά;». Στα διαλείμματα των ηχογραφήσεων κεντάει ένα παγόνι. Κάποια στιγμή το σηκώνει ψηλά, το κοιτάει και αποφαίνεται: «Έβαλα πάρα πολλά χρώματα. Πούστης μου βγήκε το παγόνι!».... 
~~~
Η Σμάρω έρχεται πάντα διαβασμένη, στην ώρα της και παίζει την Εκάβη εκπληκτικά. Σε κάποια σκηνή που θρηνεί για το γιο της, όλοι μέσα στο στούντιο κλαίμε με μαύρο δάκρυ. Είναι συνταρακτική. Έχει βέβαια κι αυτή τα παράπονά της! Η Ρένα στους μονολόγους της δεν την αφήνει να τελειώσει τη φράση της και αρχίζει τα «μμμμ… μάλιστα» ή «τι λες, βρε παιδί μου!», με αποτέλεσμα να μην ακούγονται καθαρά όλα τα λόγια της. «Ρένα, μην καβαλάς τη Σμάρω γιατί δεν ακούγεται» της επισημαίνω. «Εμ, αφού δεν την καβαλάς εσύ, αναγκάζομαι να την καβαλήσω εγώ!» μου ρίχνει το υπονοούμενο. Πάντως μεταξύ τους τα πάνε μια χαρά, να χτυπήσω ξύλο. 
~~~
Σιγά-σιγά το έργο στρώνει. Το «Τρίτο στεφάνι» αποκτά φανατικούς φίλους. Πολλοί μαθητές παίρνουν τρανζίστορ μέσα στις τάξεις για να μη χάσουν επεισόδιο. Ακροατές ζητούν να παίζεται και το απόγευμα για εκείνους που το έχασαν το πρωί. Από ένα σουηδικό πανεπιστήμιο μου ζητάνε αντίγραφα για το μάθημα στην έδρα των Νέων Ελληνικών. Ο Χατζιδάκις είναι ευχαριστημένος από την επιτυχία και νευριασμένος με τον Ταχτσή....«Με πήρε τηλέφωνο και ξέρετε τι μου ζήτησε; Να πω στον Καραμανλή να βάλει δυο αστυνομικούς να τον φυλάνε όταν κάνει πιάτσα, γιατί έρχεται κάποια Αλόμα και τον δέρνει. Μα είναι δυνατόν να πω τέτοιο πράγμα στον Καραμανλή;»...
 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΡΙΑΝΟΣ
Δημοσιογράφος και στιχουργός.

~~~
[ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΡΙΑΝΟΣ: Αριστούχος μαθητής από την Πάτρα, μπήκε με υποτροφία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο το οποίο ουδέποτε τελείωσε. Το 1978 εργάστηκε στο Τρίτο Πρόγραμμα του ραδιοφώνου με διευθυντή το Μάνο Χατζιδάκι. Στη δισκογραφία εμφανίστηκε το 1981 και από τότε μέχρι σήμερα έχει γράψει πολλά σουξέ. Το διάστημα 1986-1996 δούλεψε σαν δημοσιογράφος στα περιοδικά "Πρόσωπα", "Κλικ", "Men", "Diva", Γυναίκα", "Nitro". Ζει στο Παγκράτι.]